• 22 Δεκεμβρίου 2013

Η ανάπτυξη μιας οικονομίας είναι προϊόν σειράς παραγόντων ανάμεσα στους οποίους η δομή της δημόσιας διοίκησης, το νομοθετικό πλαίσιο πού ρυθμίζει την επιχειρηματική δραστηριότητα και η απονομή της δικαιοσύνης. Ο βαθμός ανάπτυξης, συνεπώς, καθορίζεται από το ποιοτικό επίπεδο  αυτών των παραγόντων, από τον βαθμό σύνδεσης και συντονισμού μεταξύ τους και, τέλος, από τον βαθμό συντονισμού και υγιούς συνεργασίας τους με την επιχειρηματικότητα. Τα σύγχρονα δημοκρατικά κράτη προσπαθούν να βελτιώνουν το μοντέλο οικονομικής τους ανάπτυξης μέσα από βελτιωτικές παρεμβάσεις στους παράγοντες αυτούς. Δεν είναι τυχαίο ότι οι πιο αξιόπιστοι δείκτες μέτρησης της ανταγωνιστικότητας των οικονομιών, όπως εκείνος της Παγκόσμιας Τράπεζας, λαμβάνουν σαν βάση τις επιδόσεις των κρατών ως προς την απλοποίηση των δημόσιων διαδικασιών και την απονομή της δικαιοσύνης. Η Ελλάδα βρίσκεται για πολλά χρόνια σταθερά στις χαμηλότερες θέσεις της παγκόσμιας κλίμακας αυτών των μετρήσεων.

Η οικονομική κρίση στη χώρα μας ανέδειξε τα χρόνια προβλήματα του παρόντος αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας, πού περιλαμβάνουν, ανάμεσα σε άλλα,  τη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, τον  μεγάλο και βαθύ δημόσιο τομέα και την αναποτελεσματική λειτουργία του και την εξάρτηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από το κράτος. Αυτό απετέλεσε μια συνειδητή επιλογή του πολιτικού συστήματος μεταπολεμικά και ιδιαίτερα τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια να εδραιώσει την παρουσία του μέσα από τον απόλυτο έλεγχο του δημόσιου τομέα έτσι ώστε μέσα από αυτόν να ασκεί πιέσεις και να ελέγχει το κοινωνικό σύνολο. Οι επιπτώσεις αυτής της επιλογής στην οικονομία δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη σημασία για το σύστημα.

Μέσα σε αυτά τα πλαίσια διαμορφώθηκαν οι δομές του δημόσιου τομέα κατά τρόπο λαβυρινθώδη και ανορθολογικό και στελεχώθηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες με μεθόδους πολιτικού φαβοριτισμού πού δεν λάμβαναν υπόψη ούτε τα προσόντα των προσλαμβανομένων ούτε και τις ανάγκες των υπηρεσιών πού έπρεπε αυτοί να στελεχώσουν. Παράλληλα, μια σημαντική μάζα δημόσιων λειτουργών υψηλής ποιότητας και προσόντων, είτε εξαναγκαζόταν να βρίσκεται στο περιθώριο της δημόσιας λειτουργίας ελλείψει πολιτικής στήριξης, είτε δεν συναντούσε το κίνητρο και την αναγνώριση για να αναλάβει πρωτοβουλίες βελτιωτικές της οργάνωσης της δημόσιας υπηρεσίας και της συναλλαγής της με το κοινωνικό σύνολο. Έτσι, η χαμηλή ποιότητα των παρεχόμενων στο κοινωνικό σύνολο δημόσιων υπηρεσιών, σε συνδιασμό με την ανορθολογική οργάνωση και στελέχωση του δημόσιου τομέα, συντέλεσαν ουσιωδώς στην αναπτυξιακή υστέρηση της χώρας και κατ’ επέκταση στον βαθμό της σημερινής οικονομικής κρίσης.

Σήμερα, θα πρέπει να υπάρξει επαναπροσδιορισμός της έννοιας και του ρόλου του κράτους και του δημόσιου τομέα γενικότερα. Η οικονομία πρέπει να κινηθεί μακριά από το κρατικίστικο παρελθόν. Χρειάζεται να ξαναβρούμε μία ισορροπία που να προάγει την ευημερία,  να προβλέπει την εποπτεία της επιχειρηματικότητας αποτελεσματικά χωρίς να τής προκαλείται ασφυξία και να δημιουργεί, αντί να αποθαρρύνει,  ευκαιρίες επιχειρηματικότητας. Ας μη ξεχνάμε ότι το ίδιο το κράτος στις δεκαετίες του ΄70 και του ΄80 δεν κατάφερε να ελέγξει την αδηφάγο γραφειοκρατία και τα πελατειακά δίκτυα πού το πολιτικό σύστημα δημιούργησε και οδήγησε πολλές δημόσιες και χιλιάδες ιδιωτικές επιχειρήσεις σε κατάρρευση.

Στα πλαίσια αυτά πρέπει να επαναπροσδιορίσουμε την έννοια και το ρόλο του κράτους. Και το ερώτημα δεν πρέπει να είναι «μικρός ή μεγάλος δημόσιος τομέας», αλλά «αποτελεσματικός ή μη αποτελεσματικός δημόσιος τομέας» με γνώμονα το πώς θα ενισχυθεί η ανάπτυξη και μαζί με αυτήν η κοινωνική ευημερία.
Μόνη λύση και διέξοδος είναι η υιοθέτηση ενός πειστικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και η συνεπής κι άμεση εφαρμογή του. Οφείλουμε να εντάξουμε τις απαιτούμενες διαρθρωτικές και δομικές αλλαγές σ’ ένα πρόγραμμα ανόρθωσης της οικονομίας  δεκαετούς διάρκειας.  Και για να  πραγματοποιηθούν οι μεταβολές αυτές πρέπει ν’ αλλάξουν πολλά στα όρια και στις σχέσεις  κράτους και αγοράς, δημόσιου και ιδιωτικού τομέα.
Αυτό μπορεί να γίνει με βελτίωση της ποιότητας της δημόσιας διοίκησης και του υπάρχοντος δημόσιου προσωπικού μέσα από την εισαγωγή στον δημόσιο τομέα νέων αρχών, κανόνων και συστημάτων διακυβέρνησης, με την αποκοπή του «ομφάλιου λώρου» μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και της δημόσιας διοίκησης και με προσέλκυση διευθυντικών στελεχών από την ιδιωτική αγορά με «κλειστές» συμβάσεις, ιδιαίτερα σε τομείς αιχμής όπως η Έρευνα κι Ανάπτυξη, η Υγεία, οι νέες τεχνολογίες κλπ. Οι αμοιβές των στελεχών αυτών θα πρέπει να καθορίζονται βάσει των σχετικών πρακτικών στον ιδιωτικό τομέα έτσι ώστε να παρεμποδίζονται φαινόμενα διαφθοράς κι απιστίας. Για τους ίδιους λόγους θα πρέπει να επανεξετασθεί και το θέμα των αποδοχών του δημόσιου προσωπικού έτσι ώστε και τα φαινόμενα αυτά να εξαλειφθούν και η παροχή της δημόσιας υπηρεσίας να γίνεται περισσότερο ποιοτική κι αποτελεσματική.

Οι δημόσιοι υπάλληλοι παίζουν έναν από τους σημαντικότερους ρόλους στη λειτουργία της κοινωνίας και της οικονομίας. Σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 1 του Συντάγματος «οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του κράτους και υπηρετούν το λαό. Οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα». Η υποστήριξη, συνεπώς, προς τον πολίτη και τον επιχειρηματία και η εξυπηρέτησή τους με υψηλούς ποιοτικούς όρους, πρέπει να αποτελούν τους μείζονες αντικειμενικούς στόχους της σύγχρονης δημόσιας διοίκησης. Οι δημόσιοι υπάλληλοι στην Ελλάδα έχουν βρεθεί στο επίκεντρο επαναλαμβανόμενων κατηγοριών, επιθέσεων, μειωτικών κριτικών κι ανάλογων εκδηλώσεων. Συχνά φωτογραφίζονται ως οκνηροί, αναποτελεσματικοί και με πτωχή εκπαίδευση. Οι μισθοί τους υποφέρουν σαν αποτέλεσμα των δημοσιονομικών ανισορροπιών και της ανάγκης για ορθολογική χρήση των εθνικών πόρων. Τέλος, η ίδια η χώρα κατασυκοφαντείται διεθνώς για έλλειψη διαφάνειας στην άσκηση δημόσιας υπηρεσίας και για παραγωγή διαφθοράς. Ενδεικτικά αναφέρεται η υποβαθμισμένη θέση της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη, ως προς τους δείκτες διαφθοράς.

Σήμερα, έχουμε μια μοναδική ευκαιρία να ενσταλάξουμε μια νέα αίσθηση περηφάνιας στην παροχή υπηρεσιών στις οποίες βασίζονται οι πολίτες. Υπάρχει επίσης μια ευκαιρία να αναβαθμισθεί η θέση, το γόητρο και η απόδοση όλων των δημόσιων υπαλλήλων έτσι ώστε να μπορούν να επιτελούν το έργο τους με ακεραιότητα, περηφάνια και με την αίσθηση της πραγματικής ικανοποίησης, κερδίζοντας τόσο τον σεβασμό όσο και την αναγνώριση πού τους αξίζει. Σε αντάλλαγμα, οι πολίτες αναμφίβολα θα λαμβάνουν βελτιωμένες υπηρεσίες, θα είναι πολύ πιο ανοιχτοί στις σχέσεις τους με το κράτος και θα έχουν κίνητρο να συμμετέχουν στις υποθέσεις του κράτους σαν ισότιμοι εταίροι.

Η ανάγκη για έναν κοινό Κώδικα Δεοντολογίας είναι κεντρικός άξονας για τη δημιουργία αμοιβαίας κατανόησης, κατάλληλων συμπεριφορών από όλους τους πολίτες κι ενός κοινά αναγνωρισμένου επιπέδου ανάμεσα σε όλους τους δημόσιους λειτουργούς, από τον Πρωθυπουργό και κάτω. Για ένα Κώδικα Δεοντολογίας με τις αρχές του οποίου θα συμμορφώνεται και θα συντάσσεται κάθε δημόσιος υπάλληλος και κάθε κυβερνητικό στέλεχος και πού θα είναι απόλυτα κατανοητός από κάθε πολίτη έτσι ώστε να δημιουργείται μια υγιής όσο και παραγωγική ανταλλαγή βασισμένη στον σεβασμό, στην ακεραιότητα και στην αρχή του δημόσιου καθήκοντος. Το Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας Διακυβέρνησης ήδη εργάζεται προς την κατεύθυνση της δημιουργίας ενός τέτοιου Κώδικα Δεοντολογίας για να τον προτείνει στην ελληνική κυβέρνηση και στα κόμματα.
Η αντιμετώπιση των αναπτυξιακών προβλημάτων της χώρας μας προϋποθέτει συναίνεση, συνέχεια και συνέπεια. Απαιτείται δέσμευση ότι οι δράσεις στις οποίες έχει καταλήξει η όποια κυβέρνηση μετά την απαραίτητη κοινωνική και πολιτική συναίνεση θα μπουν σε τροχιά  υλοποίησης. Το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς οικονομικό, έχει κοινωνικό περιεχόμενο και είναι πολιτικό ως προς την εφαρμογή του.

Σήμερα παρατηρείται μια βαθειά κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς γενικότερα, στη πολιτική ειδικότερα, καθώς και στη δυνατότητα υλοποίησης των σοβαρών τομών που απαιτούνται προκειμένου να εισέλθει η χώρα σε μία νέα φάση οικονομικής ανάπτυξης μετά το πέρας της τρέχουσας, επώδυνης οικονομικής κρίσης.
Είναι αναγκαία η αποκατάσταση εμπιστοσύνης σε βασικές αξίες της δημοκρατίας μας: στη δικαιοσύνη, στην εντιμότητα, στη διαφάνεια, στην αλληλεγγύη, στην ασφάλεια, στην αξιοκρατία, στη φερεγγυότητα. Γι’ αυτό το λόγο, μια νέα αναπτυξιακή τροχιά και πορεία δεν είναι απλώς και μόνο θέμα μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Είναι και θέμα αλλαγής της εθνικής μας νοοτροπίας. Και πρέπει να αρχίσουμε να δουλεύουμε πάνω σε λευκή κόλλα. ‘Όπως είπε ο Andre Gide: «Όλα έχουν ειπωθεί, μα αφού κανείς δεν ακούει, πρέπει να ξεκινήσουμε από την αρχή».

Γιάννος Γραμματίδης

Αφήστε μια απάντηση