• 29 Απριλίου 2014

Ομιλία του κ. Γιάννου Γραμματίδη, Προέδρου του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας Διακυβέρνησης, σε εκδήλωση τού Κολλεγίου ALBA στις 29 Απριλίου 2014 και ώρα 18.00.

 

Καλησπέρα σας.

Σάς ευχαριστώ για την πρόσκληση να είμαι ομιλητής απόψε σε αυτό το σχολειό πού έχει συμβάλλει ουσιαστικά στην ελληνική κοινωνία, στην οικονομία και στην εκπαίδευση.

Επειδή απευθύνομαι σήμερα βασικά σε νέους σπουδαστές κι ερευνητές σκέφθηκα να ακολουθήσω τον δικό τους τρόπο δουλειάς και να χωρίσω την εισήγησή μου συστηματικά σε τέσσερις ενότητες: (α) στην καταγραφή της παρούσας οικονομικής κρίσης, (β) στην διερεύνηση των αιτίων πού την προκάλεσαν και πού εν πολλοίς συνιστούν την παθολογία του ισχύοντος οικονομικού μοντέλου της χώρας, (γ) στην ανάγκη για μια νέα κατεύθυνση της οικονομίας μέσα από έναν εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό και (δ) στις δυνάμεις υλοποίησης και υποστήριξης αυτού του σχεδιασμού ανάμεσα στις οποίες είναι οι φορείς και η κοινωνία.

Ποια είναι λοιπόν η καταγραφή της παρούσας οικονομικής κρίσης; Τι βιώνουν σήμερα κράτος και πολίτες; Πάνω από όλα ανησυχία. Η παρουσία όλων μας στη σημερινή εκδήλωση αλλά και γενικότερα σε άλλες ανάλογες εκδηλώσεις, πού παρατηρώ ότι είναι πολλές τα τελευταία χρόνια, υπογραμμίζει την  ανησυχία μας για το μέλλον τού τόπου. Ανησυχία πού επιτείνεται από την συρρίκνωση τής πραγματικής οικονομίας,  όπου χιλιάδες επιχειρήσεις είτε έκλεισαν είτε κλείνουν κι άλλες τόσες προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σε καθεστώς έλλειψης ρευστότητας στην αγορά, από την αύξηση τής ανεργίας στο 27.5% τουλάχιστον του ενεργού πληθυσμού και ιδιαίτερα τής ανεργίας των νέων μας, από την δραματική μείωση τού ακαθάριστου εθνικού προϊόντος τουλάχιστον κατά 22%, από την απαξίωση τής ακίνητης περιουσίας πού ιστορικά έχει να κάνει με το αίσθημα της ασφάλειας του πολίτη, από το θηριώδες δημόσιο χρέος πού αντιστοιχεί στο 175% του ΑΕΠ και πού υποθηκεύει το μέλλον των παιδιών μας και δημιουργεί ασφυξία στη λειτουργία τού κράτους αλλά και τής οικονομίας, από την εξάντληση τού πληθυσμού λόγω των βαρύτατων οικονομικών μέτρων πού του επιβάλλονται και, τέλος, από την εμφάνιση ακραίων κοινωνικών συμπεριφορών πού με τη σειρά τους πλήττουν την κοινωνική συνοχή και υπονομεύουν κάθε προσπάθεια εξόδου από τη κρίση, κάθε προσπάθεια οργάνωσης μιας νέας πορείας. Ανησυχίες ακόμα πού  δημιουργούνται από τη καταγραφή τού αισθήματος ανασφάλειας των πολιτών, έλλειψης αισιοδοξίας για το σήμερα, πολύ δε περισσότερο για το αύριο, δικαιολογημένης οργής για την άρρυθμη λειτουργία στην καλύτερη περίπτωση και τη μη λειτουργία στη χειρότερη περίπτωση των θεσμών.

Είναι ακριβώς αυτή η ανησυχία που προκαλεί το κύμα τής σύγχρονης μετανάστευσης και ιδιαίτερα τής μετανάστευσης των νέων ανθρώπων. Μεταπολεμικά, αλλά και στην εποχή τού Μεσοπολέμου, η μετανάστευση ήταν μαζική, περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική και αφορούσε κύρια τη μετακίνηση εργατικού δυναμικού. Βασικοί λόγοι τής μετανάστευσης σήμερα είναι η εξεύρεση εργασίας σε ειδικότητες πού χαρακτηρίζονται ως κλάδοι έντασης γνώσης και τεχνολογίας πού δεν ευνοούνται από το ισχύον οικονομικό μοντέλο τής χώρας (για το οποίο θα μιλήσουμε αργότερα), καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, απόκτηση περισσότερων σύγχρονων γνώσεων σε κάθε αντικείμενο, η αναξιοκρατία, το “μέσο” και η πολιτική διαφθορά στην Ελλάδα, αλλά πιο πολύ η έλλειψη προοπτικών στα πλαίσια μιας σταθερής οικονομίας, ενός στοιχειωδώς ορθολογικά οργανωμένου κράτους. Αυτή η μετανάστευση στερεί την χώρα από επιστημονικό δυναμικό πού σήμερα παρά ποτέ είναι ιδιαίτερα απαραίτητο για την ανασυγκρότησή της σ’ ένα σύγχρονο κράτος και επιβραδύνει κάθε πορεία ανάπτυξης. Νομίζω όμως ότι το οδυνηρότερο από όλα είναι η καταγραφή τής αμφισβήτησης τής προοπτικής τής χώρας που επεκτείνεται σε όλη την κοινωνία και το γεγονός ότι η φυγή αυτή αφήνει πίσω της ένα ποιοτικό κενό που αξιοποιείται “κατάλληλα από ακατάλληλους”. Σ’ αυτή την ακατάλληλη αξιοποίηση συμβάλλει ασυνείδητα μια μεγάλη μερίδα των πολιτών με την αγανακτισμένη προσπάθειά της είτε να τιμωρήσει το πολιτικό σύστημα είτε να το προειδοποιήσει. Η ενστικτώδης όσο και άναρχη αυτή κοινωνική αντίδραση μπορεί, φοβάμαι, να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερες περιπέτειες τη χώρα.

Αυτό είναι το αδυσώπητο χαρακτηριστικό τής καταγραφής, πού επιβάλλει να μην αποστρέψουμε το βλέμμα και τη σκέψη, αντίθετα πρέπει να τη δούμε κατάματα για να συνειδητοποιήσουμε την ευθύνη μας τόσο για τις πράξεις και τις παραλείψεις μας των τελευταίων δεκαετιών, όσο και για τη χάραξη της  μελλοντικής μας πορείας. Γιατί είμαστε όλοι συνυπεύθυνοι γι’ αυτή την κατάρρευση.

Υπάρχουν βέβαια και θετικές κοινωνικές καταγραφές. Σα παράδειγμα θα αναφέρω ότι αρχίζει να εμφανίζεται για πρώτη φορά η αναγνώριση των αρχών εκείνων πού θα πρέπει να διέπουν την κοινωνική μας συμπεριφορά. Με προβληματίζει βέβαια έντονα ότι αυτή η αναγνώριση εμφανίζεται στην τρέχουσα συγκυρία, πού έχει στοιχεία εθνικής δοκιμασίας αφού χαρακτηρίζεται από οικονομικούς και κοινωνικούς κλυδωνισμούς. Γιατί άραγε σήμερα κι όχι εχθές; Τί μάς εμπόδιζε να το κάνουμε; Μού δίνεται έτσι η ευκαιρία διαγώνια στα πλαίσια αυτής της εισήγησης μιας σύντομης αναδρομής μέχρι και σήμερα και μιας κριτικής παρατήρησης της κοινωνικής συμπεριφοράς πού ίσως ερμηνεύσει το γιατί όλα αυτά τα χρόνια σιωπήσαμε, ίσως αποκαλύψει και την ενδεχόμενη συνενοχή μας στο πώς φθάσαμε ως εδώ, αλλά και την διαφαινόμενη στροφή μας προς τις αρχές αυτές και κύρια εκείνες της ηθικής και της κοινωνικής υπευθυνότητας.

Ποιά είναι λοιπόν τα αίτια της σημερινής οικονομικής κρίσης πού συνιστούν την παθολογία του ισχύοντος οικονομικού μοντέλου της χώρας;

Είναι βαθειά μου πεποίθηση ότι η κοινωνική συμπεριφορά καθορίζεται από το οικονομικό μοντέλο πού επιλέγει να εφαρμόσει μια χώρα. Στην Ελλάδα κάναμε μια εύκολη επιλογή: κουρασμένοι από μια επίπονη κατοχική δοκιμασία αλλά κι από την επακολουθήσασα εμφύλια περιπέτεια πού ισοπέδωσαν τον οικονομικό και τον κοινωνικό ιστό της Ελλάδας, αναδείξαμε ένα πολιτικό σύστημα πού στήριξε την συντήρησή του αλλά και την αναπαραγωγή του σε ένα οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης με κύρια χαρακτηριστικά του το βαθύ κι αδιαφανές κράτος, στελεχωμένο με αμφίβολης αντικειμενικότητας διαδικασίες, δομημένο με τρόπο πού η ζωή και η εξέλιξη του ατόμου να εξαρτάται απόλυτα από αυτό κι από τις κατά καιρούς επιλογές πολιτικής του. Ένα κράτος «πατερούλη» πού χαρακτήριζε την Ελλάδα σαν την τελευταία σοβιετικού τύπου οικονομία σ’ ολόκληρη τη σύγχρονη Ευρώπη.

Αυτό επέβαλε και την κατεύθυνση όλων των αξόνων τής οικονομίας, τής παιδείας, τής γεωργίας, του τουρισμού, τού πολιτισμού, τής ναυτιλίας, τής παραγωγής, τού εμπορίου, των υπηρεσιών, τής εργασίας, τού χρηματοοικονομικού συστήματος, τής δικαιοσύνης. Θα αναφερθώ ιδιαίτερα στο στρεβλά δομημένο σύστημα παιδείας γιατί είναι η παιδεία εκείνη πού είτε καταδικάζει είτε αναδεικνύει έναν λαό. Οφείλω να καταγράψω ότι το σύστημα παιδείας δεν ακολούθησε τις σύγχρονες τάσεις, δεν ανέπτυξε την έρευνα, τις καινοτόμες αναζητήσεις  και την κριτική σκέψη, δεν συνδέθηκε ποτέ ούτε με τη κοινωνία ούτε με τις οικονομικές ανάγκες και την παραγωγική διαδικασία της χώρας. Δεν συνέβαλε στη διαμόρφωση τής θετικής σκέψης, ούτε στη διαμόρφωση μιας σύγχρονης νοοτροπίας, απαλλαγμένης από πλέγματα και από αναχρονιστικά χαρακτηριστικά. Έτσι, όπως και το ίδιο το κράτος, το σύστημα παιδείας δεν ανέδειξε τις κλασσικές ελληνικές αρχές της άμιλλας, της ηθικής και της υπευθυνότητας σαν βάσεις της εθνικής μας συνέχειας, δεν πρόβαλε την αριστεία, τα θετικά πρότυπα, το παράδειγμα. Δεν κατάφερε ακόμα να εξελίξει τις βασικές αυτές αρχές ώστε να στηρίζουν σύγχρονες κοινωνικές συμπεριφορές.

Η πραγματική οικονομία εξάλλου κατευθύνθηκε σε μια εσωστρεφή ανάπτυξη πού δεν αξιοποιούσε τις πραγματικές δυνατότητες των Ελλήνων αλλά και των προϊόντων της ελληνικής γης, τις δυνατότητες δηλαδή εκείνες πού κάποτε τους έκαναν κυρίαρχους παίκτες στο διεθνές εμπόριο. Αναπτύχθηκε, παράλληλα, μια επιχειρηματικότητα βασισμένη σε μια ένοχη  διευκόλυνση, σε μια συναλλαγή πού δημιουργούσε μια ιδιότυπη ισορροπία ανάμεσα στον κρατικό λειτουργό και στον πολίτη, μια εύθραυστη ισορροπία, θα έλεγα ένας ιστορικός συμβιβασμός. Η ιδιωτική πρωτοβουλία τελούσε υπό καθεστώς κηδεμονίας, μέσα από  απαγορεύσεις, λαβυρινθώδεις διαδικασίες και νομοθετικές ρυθμίσεις φτιαγμένες με τρόπο πού να εμποδίζεται κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια και η επίλυση κάθε θέματος να εξαρτάται από την ύποπτη αυθεντία του δημόσιου λειτουργού. Αυτό δεν συνθλίβει την ιδιωτική πρωτοβουλία; Δεν περιορίζει την έκταση άσκησης των οικονομικών δικαιωμάτων τού πολίτη; Με θλίβει γιατί κανένας μέχρι σήμερα δεν ανέδειξε αυτή τη κατάφωρη παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων τού Συντάγματος πού αφορούν στη προστασία ατομικών δικαιωμάτων όπως εκείνα τής οικονομικής δραστηριότητας και τής προστασίας τού πολίτη από τον φυσικό του δικαστή. Αναφέρομαι βέβαια σε περιπτώσεις όπως τα κλειστά επαγγέλματα, οι κάθε μορφής αδειοδοτήσεις και οι καθυστερήσεις στην απονομή τής δικαιοσύνης πού αγγίζουν ενίοτε τα όρια της αρνησιδικίας. Η παραβίαση αυτή αποτελεί εκτροπή. Στη συνταγματική λοιπόν αυτή εκτροπή φοβούμαι ότι συντελέσαμε όλοι μας με τις επιλογές μας, τις πράξεις και τις παραλείψεις μας. Σήμερα, μάλιστα, μιλάμε εύκολα για την αναθεώρηση τού Συντάγματος, πού αριθμός διατάξεών του πράγματι διευκόλυνε και διευκολύνει την ασυλία τού κράτους και τού πολιτικού συστήματος απέναντι στους φυσικούς εντολείς του,  στους πολίτες, χωρίς όμως πρώτα εμείς οι πολίτες, η κοινωνία, να έχουμε a priori συμφωνήσει ενσυνείδητα στην τήρηση του.

Η πρόσφατη διεθνής οικονομική κρίση, πού προκάλεσε και την ελληνική οικονομική κρίση, ανέδειξε τα χρόνια προβλήματα αυτού του στρεβλού οικονομικού μοντέλου της Ελληνικής οικονομίας, πού συνοψίζονται  κυρίως  στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, στη χαμηλή ένταση ανταγωνισμού στις αγορές, στην αναποτελεσματική λειτουργία του Δημόσιου Τομέα, στο μη βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα πού καταρρέει από τις κακώς εννοούμενες κοινωνικές πολιτικές αλλά και την αδιαφορία για την παράνομη διασπάθιση του δημόσιου χρήματος στην οποία μεγάλο μέρος της κοινωνίας συνήργησε, στο ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα, στην ανάπτυξη συμπεριφορών των πολιτών με αντικοινωνικά και σίγουρα αντι-οικονομικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή, στη συνενοχή στην διαφθορά, αλλά και στην ανεξέλεγκτη ιδιωτική όσο και δημόσια κατανάλωση. Η πρώτη οδήγησε στον υπερδανεισμό των νοικοκυριών πού ήδη λειτουργούσαν πέραν των πραγματικών τους δυνατοτήτων και χωρίς επαρκείς εξασφαλίσεις για το τραπεζικό σύστημα. Μαζί με την αγορά ομολόγων, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης οδήγησαν στο ναυάγιο του ελληνικού τραπεζικού συστήματος πού μόλις πρόσφατα μερικώς ανένηψε. Η δεύτερη οδήγησε σε άσκοπη κατανάλωση των δημόσιων πόρων σε έργα είτε μικρής είτε και ανύπαρκτης δημόσιας ωφέλειας, χωρίς ελέγχους προόδου και ποιότητας, χωρίς σύστημα καταλογισμού ευθυνών, έργα χωρίς στρατηγική στόχευση και κοινωνική ανταποδοτικότητα. Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον ανδρώθηκε η διαφθορά και η αδιαφάνεια, η συναλλαγή και το κράτος δημιούργησε λίγους ευνοημένους κατανέμοντας τελικά ανισομερώς τον εθνικό πλούτο. Ανέδειξε επίσης και τις συνέπειες όλων αυτών των παραγόντων, που είναι τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα ακόμα και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης, το υψηλό δημόσιο χρέος, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και το δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον. Είναι αυτά τα στοιχεία πού μας έκαναν δεκτούς στην Ευρωπαϊκή Ένωση; Να το πω διαφορετικά: εάν εμφανίζαμε αυτά τα στοιχεία πού εξέφραζαν μια συγκεκριμένη παθολογία της οικονομίας, θα γινόμασταν ποτέ δεκτοί στην Ευρωπαϊκή οικογένεια; Βάσιμα το αμφισβητώ. Η διεθνής κρίση, αναδεικνύοντας και αποκαλύπτοντας τα προβλήματα αυτού του οικονομικού μοντέλου, έθεσε στην ουσία υπό αμφισβήτηση την ίδια την  βιωσιμότητά του. Κυρίες και Κύριοι, η ελληνική κρίση ενυπάρχει στην ουσία εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Με την τεχνική τού όρου έννοια δεν συνιστούσε πτώχευση τής χώρας πού προϋποθέτει την παύση πληρωμών. Συνιστούσε όμως μια επικίνδυνη οικονομική κατάσταση με ανισόρροπα οικονομικά μεγέθη πού ξέφευγαν από τα συνήθη και πού θα την έκαναν αργά ή γρήγορα δύσκολα διαχειρίσιμη. Λειτουργούσαμε σαν πολιτεία και σαν κοινωνία χρησιμοποιώντας ξύλινα πόδια και βαδίζοντας πάνω σε κάρβουνα. Το ξύλο κάποτε καίγεται.

Κάτω από αυτές τις συνθήκες αναδείχθηκε η ανάγκη για μια νέα κατεύθυνση της οικονομίας μέσα από έναν εθνικό στρατηγικό σχεδιασμό. Πρώτος την επεσήμανε από το 2008 ο Διοικητής της ΤτΕ και ακολούθησε στην ίδια κατεύθυνση το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο με ευθείες και συνεχείς δημόσιες παρεμβάσεις στις τότε κυβερνήσεις, αλλά δυστυχώς μάταια. Μάταια τότε επιμέναμε για την έναρξη ενός συνεκτικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων τουλάχιστον 10ετούς διάρκειας, βάζοντας στόχο και όραμα την Ελλάδα 2020. Η οικονομική κρίση έθεσε επί τάπητος την ανάγκη της μελέτης, του εντοπισμού και της ενίσχυσης σημαντικού αριθμού κλάδων της οικονομίας, αλλά και της άρσης των κάθε λογής στρεβλώσεών της. Αναδείχθηκε η ανάγκη για νέες κατευθύνσεις της οικονομίας βασισμένες στην εξωστρέφεια, σε ένα μικρότερο, ευέλικτο κι αποτελεσματικό κράτος, φιλικό στον πολίτη, όπου η λειτουργία του θα βασίζεται σε βέλτιστες διεθνείς και δοκιμασμένες πρακτικές, θα προβάλλει, όπως και η ίδια η κοινωνία, την αριστεία και τα θετικά πρότυπα. Σε ένα κράτος με διαφανείς διαδικασίες πού θα ενθαρρύνει την υγειά οικονομική δραστηριότητα και θα δίνει δύναμη στους θεσμούς και στο κλασσικό σύστημα αξιών από το οποίο απομακρυνθήκαμε βάναυσα τις τελευταίες δεκαετίες.

Τον Σεπτέμβριο 2009 το Ελληνοαμερικανικό Εμπορικό Επιμελητήριο μαζί με άλλα ευρωπαϊκά επιμελητήρια, από ανησυχία για την επιδεινούμενη οικονομική κατάσταση της χώρας, ολοκλήρωσε μια σειρά δημόσιων συζητήσεων με τους διατελέσαντες Υπουργούς Οικονομικών από το 1990 μέχρι τότε, με θέμα την αναζήτηση στρατηγικής για την ελληνική οικονομία και τον εντοπισμό των βασικών αξόνων και δράσεων μιας μεταρρυθμιστικής πολιτικής. Το συνολικό υλικό επεξεργάστηκαν ο τότε επιστημονικός διευθυντής του ΙΟΒΕ Γιάννης Στουρνάρας και ο διευθύνων σύμβουλος της Boston Consulting Group Νίκος Βρεττός πού εκπόνησαν μια λεπτομερή έκθεση, με σκέψεις, δράσεις και προτάσεις για ένα μεταρρυθμιστικό πλαίσιο και πρόγραμμα ανάκαμψης κι αναδιάταξης της ελληνικής οικονομίας με ορίζοντα το 2020. Προτάθηκε δηλαδή ο σχεδιασμός ενός συνεκτικού δεκαετούς διάρκειας τουλάχιστον προγράμματος ανασυγκρότησης της οικονομίας μέσα από την υιοθέτηση νέων σύγχρονων όσο και δοκιμασμένων προτύπων για την φορολογία, την κοινωνική ασφάλιση και τις εργασιακές σχέσεις. Τα νέα πρότυπα θα έπρεπε να εξυπηρετούν βασικούς στόχους, δηλαδή να είναι ορθολογικά, διαφανή, κοινωνικά δίκαια, αναπτυξιακά και, τέλος, να είναι σταθερά και να συμβάλουν στην αύξηση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας. Παράλληλα, προτεινόταν ο ορθολογικός επανασχεδιασμός της δημόσιας διοίκησης ώστε να καταστεί περισσότερο αποτελεσματική, χρήσιμη για τους πολίτες κι εργαλείο υλοποίησης του εκάστοτε κυβερνητικού σχεδιασμού. Φιλοδοξούσε, τέλος, να συμβάλλει στη συζήτηση για ένα νέο όραμα πού ακόμα και σήμερα έχει ανάγκη ο τόπος. Η έκθεση αυτή παραδόθηκε στην πολιτική ηγεσία της χώρας τον Οκτώβριο 2009 για υλοποίηση.

Έκτοτε, ακολούθησε η προσφυγή στο ΔΝΤ, η χωρίς διαπραγμάτευση υπογραφή Μνημονίων πού εξυπηρετούσαν μόνο δημοσιονομικού χαρακτήρα στόχους χωρίς αναπτυξιακό σχεδιασμό και προοπτική, η επιδείνωση της ύφεσης και μαζί με αυτή η απώλεια ενός μεγάλου ποσοστού του ΑΕΠ της χώρας και η οικονομική ταλαιπωρία πολιτών και επιχειρήσεων πού συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Πιεσμένες από τους δανειστές τους οι ελληνικές κυβερνήσεις «αναγκάσθηκαν» να νομοθετήσουν μια σειρά αναγκαίων μεταρρυθμίσεων για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας πού οι περισσότερες προβλεπόταν από την έκθεση Στουρνάρα – Βρεττού και πού, όμως, δεν πέτυχαν μέχρι σήμερα τον στόχο τους γιατί είτε ήταν ατελείς είτε δεν πειθαρχούσαν σε συγκεκριμένη αναπτυξιακή στόχευση.

Σήμερα, η οικονομία δεν αντέχει σε πειραματισμούς. Δεν χρειάζεται νέα αναπτυξιακά πρότυπα δουλεμένα από θεωρητικούς πού ασφαλώς και δεν τους υποτιμά κανείς γιατί κάνουν τη δουλειά τους. Κυρίως, δεν χρειάζεται αναπτυξιακά πρότυπα χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με τους κατ’ εξοχήν ενδιαφερόμενους πού είναι η ελληνική επιχειρηματική κοινότητα. Δεν καταλαβαίνω την ανάπτυξη χωρίς τις επιχειρήσεις. Δεν αντιλαμβάνομαι γιατί πρέπει να σπεύδουμε να δεσμεύουμε τη χώρα στο Eurogroup και να δημιουργούμε τετελεσμένα γεγονότα χωρίς αυτή τη διαβούλευση. Επίσης δεν καταλαβαίνω την κατευθυνόμενη ανάπτυξη πού παραπέμπει σε παρωχημένα μοντέλα ανατολικού τύπου πού εδώ και δεκαετίες κατέρρευσαν. Και πώς άλλωστε να ενισχύσεις κάποιους κλάδους είτε στη χειρότερη περίπτωση παραβλέποντας τους υπόλοιπους και στην ουσία οδηγώντας τους στη κατάρρευση (π.χ. τη βαριά βιομηχανία μας πού απασχολεί χιλιάδες εργαζόμενους), είτε στη καλύτερη περίπτωση χωρίς να λαμβάνεις υπόψη τις όποιες ενδοκλαδικές συνέργειες, στην ουσία ακυρώνοντάς τες. Όταν π.χ. μιλάμε για τη ναυτιλία, δεν μπορούμε να μη λαμβάνουμε υπόψη και κάθε συνεργαζόμενο με αυτή κλάδο όπως η τροφοδοσία πλοίων, οι ναυπηγοεπισκευαστικές μονάδες, οι δικηγόροι, οι λογιστές, οι εκτιμητές, οι νηογνώμονες, οι ναυπηγοί κ.α. Αυτό σημαίνει πληρότητα ενός σχεδιασμού. Η οικονομία το μόνο πού χρειάζεται είναι η πολιτική ηγεσία να υλοποιήσει αμέσως μια περαιτέρω σειρά μεταρρυθμίσεων πού θα απαλείψουν στρεβλώσεις κι αγκυλώσεις πού εδώ και δεκαετίες ταλαιπωρούν την επιχειρηματικότητα και δεν της επιτρέπουν να αξιοποιήσει τον έμφυτο δυναμισμό της. Να της δώσει την δυνατότητα να βρει μόνη τον δρόμο της όπως τον έβρισκε πάντα στην μακρά ιστορία της, χωρίς υποδείξεις και κηδεμονίες. Απλά πράγματα: ουσιαστικό άνοιγμα των επαγγελμάτων, περιορισμό έως και πλήρη απάλειψη των συναρμοδιοτήτων, ουσιαστική απλοποίηση διαδικασιών παντού, ολοκλήρωση του χωροταξικού σχεδιασμού, επιτάχυνση των αποκρατικοποιήσεων, ταχύτερη απονομή της δικαιοσύνης και πολλά άλλα παρόμοια. Μεταρρυθμίσεις πού να είναι ουσιαστικές κι εφαρμόσιμες κι όχι μπαλώματα πού υποκρύπτουν πολιτικούς φαβοριτισμούς. Αυτό πού λέγαμε το 2009 ισχύει και σήμερα, δηλαδή να καταλήξουμε σε ένα μικρό κι ευέλικτο κράτος, φιλικό στον πολίτη και στην επιχειρηματικότητα. Μόνον έτσι ενισχύουμε αποφασιστικά την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.

Η Ελλάδα τα τελευταία δύο χρόνια πέτυχε μια μεγάλη ονομαστική δημοσιονομική προσαρμογή της οικονομίας της. Τώρα πρέπει να κατοχυρώσει αυτήν την επιτυχία με τη λήψη μέτρων διαρθρωτικής προσαρμογής ώστε και να θεμελιώσει γερά την θετική δημοσιονομική της σήμανση και να επιτρέψει στις μεταρρυθμίσεις να επιφέρουν την μεγάλη διαρθρωτική αλλαγή πού συνίσταται αρχικά στην απελευθέρωση της οικονομίας και τελικά στην παγίωση της δημοσιονομικής κι αναπτυξιακής ισορροπίας.

Όλα αυτά αποτελούν το αναπτυξιακό αντίδοτο πού χρειάζεται η χώρα όπου, όμως, θα πρέπει να κριθεί κατά πόσο το κράτος μόνο μαζί με το πολιτικό σύστημα μπορούν να το χορηγήσουν. Ιστορικά έχει καταδειχθεί ότι αυτό δεν είναι δυνατό. Απόδειξη αποτελούν η αδυναμία εντοπισμού των στρεβλώσεων, οι αντιστάσεις στη κρατική μηχανή, η έλλειψη πολιτικής αποφασιστικότητας για να αρθούν εκείνες οι στρεβλώσεις πού έχουν ήδη εντοπισθεί από τον φόβο του πολιτικού κόστους και η φαινομενική έως και παραπλανητική άρση στρεβλώσεων στην αρχή του να έχουμε και τον σκύλο χορτάτο και την πίτα αφάγωτη, δηλαδή μέσα από μεταρρυθμίσεις  όπου τα βασικά νομοθετικά κείμενα πού τις εισήγαγαν ανατρέπονται από τα εκτελεστικά τους κείμενα πού ακολουθούν. Αυτό, όμως, σηματοδότησε την ανάγκη φορείς και κοινωνία να οργανωθούν και να αναλάβουν δράση για να υποστηρίξουν ένα νέο εθνικό σχεδιασμό.

Η νέα αναπτυξιακή κατεύθυνση της χώρας μας πού σταδιακά εισάγεται μέσα από μεταρρυθμίσεις, προϋποθέτει συναίνεση, κατάλληλη επικοινωνία, συνέχεια και συνέπεια. Απαιτείται πολιτική δέσμευση ότι οι δράσεις στις οποίες έχει καταλήξει η όποια κυβέρνηση μετά την απαραίτητη κοινωνική και πολιτική συναίνεση θα μπουν σε τροχιά  υλοποίησης. Απαιτείται, όμως, και η δέσμευση της κοινωνίας γιατί το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς οικονομικό, είναι και πολιτικό ως προς την εφαρμογή του, κι έχει έντονα κοινωνικό περιεχόμενο. Απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας κι αλλαγή της εθνικής μας πορείας. Πρέπει όλοι να αντιληφθούμε ότι οι μεταρρυθμίσεις και η αλλαγή νοοτροπίας αφορά εμάς τους ίδιους και από εμάς πρέπει να ξεκινήσουν. Όχι από τους δίπλα. Πρέπει να πάψουμε να πυροβολούμε τα πόδια μας και να αντιληφθούμε ότι το συμφέρον της χώρας είναι και δικό μας συμφέρον.

Γιατί όμως σήμερα δεν συμβαίνει αυτό; Γιατί, μαζί με τον εθνικό μας εθισμό στην αυτοκαταστροφή, σήμερα παρατηρείται μια βαθειά κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς γενικότερα, στη πολιτική ειδικότερα, καθώς και στη δυνατότητα υλοποίησης των σοβαρών τομών που απαιτούνται προκειμένου να εισέλθει η χώρα σε μία νέα φάση οικονομικής ανάπτυξης μετά το πέρας της τρέχουσας, επώδυνης οικονομικής κρίσης πού υπό προϋποθέσεις θα επέλθει. Ενδεικτικά αναφέρω την υποβάθμιση της θέσης της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη ως προς τους δείκτες διαφθοράς, σύμφωνα με την Διεθνή Διαφάνεια όπου σταθερά και πεισματικά διατηρούμε την ίδια και χειρότερη επονείδιστη θέση.

Είναι, συνεπώς, αναγκαία η αποκατάσταση τής εμπιστοσύνης όλων μας και του καθενός χωριστά σε βασικές αξίες της δημοκρατίας μας: στη δικαιοσύνη, στην εντιμότητα, στη διαφάνεια, στην αλληλεγγύη, στην ασφάλεια, στην αξιοκρατία, στη φερεγγυότητα. Μας λένε τάχα κάτι αυτές οι λέξεις; Κανονικά θάπρεπε. Γι’ αυτό το λόγο, μια νέα αναπτυξιακή τροχιά και πορεία δεν είναι απλώς και μόνο θέμα μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Είναι θέμα κοινωνικής αυτογνωσίας και συμμετοχής.

Η κοινωνική συμμετοχή είναι όμως ένα δύσκολο ζητούμενο. Πώς μπορεί παραδείγματος χάριν η κοινωνία να συμφιλιωθεί με την ιδέα ότι εκείνο το σύστημα πού στην ουσία προκάλεσε τη κρίση, έρχεται σήμερα όχι μόνο να τη διαχειρισθεί, αλλά και να βάλει τις βάσεις για μια νέα πορεία; Πώς ακόμα μπορεί να διαχειρισθεί την αναμφισβήτητη πραγματικότητα ότι είναι οι τότε εκφραστές αυτού του συστήματος πού, έχοντας μόλις καταφύγει στους διεθνείς δανειστές τής χώρας, χωρίς προετοιμασία και σχέδιο και χωρίς δισταγμούς, προτίμησαν να θυσιάσουν ακόμα και τη στοιχειώδη ευημερία των πολιτών στο βωμό τής διατήρησης ανέγγιχτου τού κομματικού κρατικού μηχανισμού στον οποίο όφειλαν την πολιτική τους ύπαρξη; Με αποτέλεσμα μάλιστα η Ελλάδα να βρίσκεται στη 10η θέση χώρας από πλευράς εξαθλίωσης σύμφωνα με στοιχεία του Economist Intelligence Unit για το 2013 πού έλαβε υπόψη το ποσοστό ανεργίας της χώρας.  Και πώς ακόμα αντικειμενικά μια τέτοια βαθειά κρίση  με στοιχεία εθνικής καταστροφής, μπορεί ή πρέπει να αντιμετωπισθεί με ανασφαλείς κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και περιορισμένης έκτασης κομματικές συμμαχίες; Μια εθνική κρίση μπορεί και πρέπει να αντιμετωπισθεί μόνο με ευρύτατες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις στα πλαίσια μιας νέας εθνικής ατζέντας πού η σημερινή κυβέρνηση μπορεί να την ενθαρρύνει. Στα πλαίσια ενός εθνικού διαλόγου πού θα εστιάζει πρώτα και κύρια σε όλα εκείνα πού μάς ενώνουν, πού μάς βρίσκουν σύμφωνους, πού δεν μπορούν να αποτελούν πεδία πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ισχυρίζομαι ότι η παιδεία, η απασχόληση, η υγεία, η κοινωνική ασφάλιση, ο πολιτισμός και ο τουρισμός μπορεί να είναι κομμάτια τού κοινού τόπου πού θα φιλοξενήσει έναν εθνικό διάλογο. Κι αν οι πολιτικοί σχηματισμοί τον αρνηθούν για λόγους κομματικής ωφέλειας και πρόσκαιρης κομματικής αξιοποίησης, όχι μόνο θα επαληθεύσουν τις ιστορικές τους ευθύνες, αλλά και θα έχουν χάσει και τη τελευταία μεγάλη ευκαιρία να ξαναφέρουν πίσω την αξιοπιστία στη πολιτική και μαζί μ’ αυτήν την κοινωνική ευημερία και την ελπίδα για ένα σύγχρονο κράτος, για μια σύγχρονη οικονομία, για μια νέα εθνική πορεία.
Πώς αντιδρά σε όλα αυτά η κοινωνία των πολιτών; Εμείς πρώτοι στο Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας Διακυβέρνησης δώσαμε το παρόν και ξεκινήσαμε να συζητάμε με τα πολιτικά κόμματα, από τη ΝΔ μέχρι και το ΚΚΕ την ανάγκη μιας νέας εθνικής ατζέντας βασισμένοι στην πίστη ότι οι πολιτικοί αρχηγοί σ’ αυτόν τον τόπο δεν μπορεί παρά να έχουν συνείδηση του καθήκοντος. Ήδη διαβλέπουμε σημαντικές εξελίξεις πού σηματοδοτούν την μετεξέλιξη των πολιτικών μετασχηματισμών υπό το βάρος της κοινωνικής αντίδρασης σε παλαιές και κατεστημένες πολιτικές πρακτικές. Με απίστευτη καρτερία και υπευθυνότητα οι πολίτες στη μεγάλη τους πλειοψηφία δεν είναι στους δρόμους, δεν τούς βλέπω να βάλλουν κατά τού κράτους που εξ ανάγκης τούς πιέζει και δεν βιαιοπραγούν παρά το γεγονός ότι συνθλίβονται από την πίεση πρωτόγνωρων βαρών πού τούς επιβάλλονται από λανθασμένες επιλογές τού παρελθόντος. Δεν παρασύρονται από τον συνδικαλιστικό πατερναλισμό και τα ακραία κομματικά συνθήματα, αντίθετα, φαίνονται να έχουν αντιληφθεί το ρόλο πού ο κατευθυνόμενος συνδικαλιστικός πατερναλισμός  διαδραμάτισε στη σύγχρονη ελληνική ιστορία και τον έχουν τοποθετήσει στο περιθώριο τής κοινωνίας. Στο σημείο όμως αυτό οφείλω να επισημάνω ότι είναι ανάγκη οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν έναν υγιή συνδικαλισμό, βασισμένο σε σύγχρονες αντιλήψεις, πού να συμμετέχει με γνώση, σοβαρότητα κι ευθύνη σε έναν νέο εθνικό διάλογο για το μέλλον τής Ελλάδας και την ευημερία των εργαζομένων πολιτών. Για πρώτη φορά η κοινωνία οργανώνεται δομικά μέσα από τη δημιουργία δεξαμενών σκέψης, μέσα από τη διαμόρφωση προτάσεων για σύγχρονες πολιτικές πού θα βοηθήσουν στο ξεπέρασμα τής κρίσης και στη θεμελίωση ενός σύγχρονου κράτους, ενός σύγχρονου οικονομικού προτύπου και, τέλος, μέσα από την κοινωνική δικτύωση πού διευκολύνεται από τη σύγχρονη τεχνολογία, όπου διαμορφώνονται απόψεις κι ανταλλάσσονται ιδέες για τα ζητήματα πού απασχολούν τον τόπο. Τα ερευνητικά ινστιτούτα, το ΙΟΒΕ, το ΚΕΠΕ, το ΕΛΙΑΜΕΠ, τα μεγάλα ιδιωτικά ιδρύματα της χώρας, οι πρωτοβουλίες της ομογένειας ανάμεσα στις οποίες το Hellenic Initiative, ο ΣΕΒ και οι λοιποί κοινωνικοί εταίροι, τα διμερή επιμελητήρια, το Re-Power,το Endeavour, η Κίνηση των Πολιτών για μια Ανοιχτή Κοινωνία, τα σωματεία εθελοντικής και φιλανθρωπικής κοινωνικής συνεισφοράς, η Εκκλησία, η τοπική αυτοδιοίκηση, τα βήματα και τα φόρα συζήτησης, αποτελούν τις σύγχρονες μορφές έκφρασης και αντίδρασης τής κοινωνίας  πού ανησυχεί και αντιδρά. Η κοινωνία ανασυγκροτείται για να σταθεί στα πόδια της, οι πολίτες ξανα-συνομιλούν μεταξύ τους συνθέτοντας τον σύγχρονο λόγο. Όσο καταλαβαίνω τον εαυτό μου, ομολογώ ότι δεν έχω παρατηρήσει  ποτέ μέχρι σήμερα ανάλογες συμπεριφορές, ανάλογη κοινωνική κινητικότητα, ανάλογη ομοιότητα κατεύθυνσης. Αυτή είναι για μένα μια ακόμα μεγάλη αλλαγή πού προέκυψε από την τρέχουσα οικονομική κρίση.

Σαν κομμάτι τής κοινωνίας η επιχειρηματική κοινότητα της χώρας μας ανταποκρίνεται κι αυτή αποτελεσματικά σε αυτή τη νέα εθνική πρόκληση με πολλούς τρόπους, με τη σύνθεση απόψεων και προτάσεων για τη λήψη μέτρων οικονομικής πολιτικής πού να ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παράλληλα, με τον επαναπροσδιορισμό των προγραμμάτων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης έτσι ώστε να ενισχύονται οι ασθενέστερες τάξεις του πληθυσμού πού κύρια πλήγηκαν από την οικονομική κρίση, να εκσυγχρονίζονται βασικές υποδομές για την υγιεινή διαβίωση προβληματικών περιφερειακών κοινοτήτων, να επιβραβεύονται νέες και καινοτόμες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες ιδιαίτερα νέων ανθρώπων, να ενισχύονται οι προσπάθειες για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και, τέλος, να εμπεδώνεται στη συνείδηση των πολιτών η αρχή της αειφόρου ανάπτυξης πού εξ ορισμού και κατά κύριο λόγο βασίζεται στην μεγάλη στροφή προς τον άνθρωπο, στις κλασσικές μας αξίες και στον σεβασμό του περιβάλλοντος όπου ζούμε και κινούμαστε. Η επιχειρηματικότητα επιστρέφει πια στην κοινωνία ένα μεγάλο κομμάτι από την αξία πού δημιουργεί χάριν αυτής. Συζητούσα πριν λίγο καιρό με έναν σημαντικό επιχειρηματία τής χώρας και τού ζητούσα να στηρίξει μια σημαντική δράση τού Ινστιτούτου, για την οποία θα σάς μιλήσω στη συνέχεια. Με συγκίνησε όταν μού είπε ότι θα μάς βοηθήσει παρά το γεγονός ότι αυτήν την εποχή έχει στρέψει όλο του το βάρος στη βοήθεια οικογενειών πού πεινάνε, ανθρώπων πού δεν έχουν στέγη και πού συνωστίζονται στην καλύτερη περίπτωση σε κοινωνικά συσσίτια και στη χειρότερη σε κάδους απορριμμάτων των δήμων. Αυτή είναι η “ένοχη” επιχειρηματικότητα πού για δεκαετίες υπήρξε εύκολο και πρόχειρο επιχείρημα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, για τον χωρισμό των πολιτών σε εμάς κι εκείνους, χάριν της εξυπηρέτησης άνομων πολιτικών συμφερόντων.

Έκφραση αυτής της μεγάλης στροφής αποτελεί και η σύσταση του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής και Δημόσιας Διακυβέρνησης τού οποίου έχω την τιμή να προεδρεύω. Ένα Ινστιτούτο αφιερωμένο στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας και στην προώθηση της αριστείας στη δημόσια διακυβέρνηση στην Ελλάδα. Πού επιδιώκει την ουσιαστική αλλαγή μέσα από νέες ιδέες και παραγωγικές λύσεις που σχετίζονται με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη τής χώρας. Το Ινστιτούτο πιστεύει ότι τα βασικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας, στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πρέπει να χαρακτηρίζονται από υπευθυνότητα και ανάληψη ευθυνών, διαφάνεια, αξιοκρατία, κριτική σκέψη, συνεργασία και ειλικρινή διάλογο. Οι πιο επιφανείς επιχειρηματικές οργανώσεις, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, μεταπτυχιακοί ερευνητές και προσωπικότητες της χώρας συμμετέχουν σε σαφή δομή στο έργο τού Ινστιτούτου. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες θέλει να συμβάλλει εθελοντικά με την ατομική του εμπειρία και με τον πιο δυναμικό τρόπο, έτσι ώστε η Ελλάδα να αξιοποιήσει το απεριόριστο δυναμικό της, να οδηγηθεί στην επιτυχία, που όλοι γνωρίζουμε ότι μπορεί να φθάσει και να προσφέρει ένα λαμπρό μέλλον για τα παιδιά μας. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες θέλει επίσης να βοηθήσει τους πολιτικούς θεσμούς ώστε να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα εξέλθει από την κρίση και μάλιστα πιο ισχυρή, πιο παραγωγική και πιο ενωμένη.  Απώτερος στόχος μας είναι να εισαγάγουμε και να διευκολύνουμε έναν διάλογο πάνω στις βάσεις της εθνικής ατζέντας που σας προανέφερα, να στηρίξουμε την πολιτική δράση και να τη μετατρέψουμε σε ειλικρινή πολιτική βούληση στην κατεύθυνση των απαιτουμένων μεταρρυθμίσεων, της αλλαγής και της ανάπτυξης. Να βοηθήσουμε ακόμα την κοινωνία να ενημερωθεί και να συμμετέχει στις διαδικασίες τής αλλαγής πού κύρια αυτήν αφορούν. Πρώτο μας έργο πού ήδη ολοκληρώθηκε είναι η καταγραφή του μεταρρυθμιστικού έργου από το 2010 μέχρι και σήμερα πού συνεχώς θα επικαιροποιείται. Φτιάξαμε το πρώτο Παρατηρητήριο Μεταρρυθμίσεων. Σε λίγο θα  αρχίσει και η ποιοτική τους ανάλυση για να δούμε πού υστερεί, γιατί τάχα δεν το έχουν νοιώσει πάνω τους οι πολίτες. Ή ανάλυση αυτή θα γίνει μέσα από διάλογο με την κοινωνία. Σε αυτόν προσερχόμαστε με σεβασμό στην άποψη του άλλου, πού επιδιώκουμε να την ακούμε αντί να σκεφτόμαστε μόνο το τι θα του απαντήσουμε. Σε αυτό άλλωστε δεν στοχεύουν και οι διάλογοι μέσα σε αυτή την αίθουσα; Αυτό δεν κάνουμε σήμερα; Μπορώ με σιγουριά να ισχυρισθώ ότι ένα από τα λίγα καλά πού προκάλεσε η οικονομική κρίση είναι ότι πέτυχε να κινητοποιήσει για πρώτη φορά την κοινωνία και να καταστήσει τον εθελοντισμό κυρίαρχο παράγοντα της κοινωνικής μας δραστηριότητας.

Αυτές, Κυρίες και Κύριοι, αγαπητές φίλες και φίλοι, είναι κατά την άποψή μου οι αιτίες και οι κοινωνικές επιπτώσεις τής οικονομικής κρίσης. Από τη μια μεριά η οικονομική ανέχεια κι από την άλλη ο κοινωνικός αυτοματισμός για την προστασία τής κοινωνικής συνοχής αλλά και για την μετάβαση σε μια νέα Ελλάδα, ανταγωνιστική, μια Ελλάδα με όραμα. Η κοινωνία χρησιμοποιεί το δικό της αναπτυξιακό αντίδοτο με συνέπεια και υπευθυνότητα. Οι Έλληνες πολίτες ήδη μεταφέρουν σε όλον τον κόσμο το μήνυμα τής ανάκτησης τής εθνικής μας αξιοπιστίας κι αξιοπρέπειας κι ακόμα το μήνυμα τής σύγχρονης ανάταξης της ελληνικής κοινωνίας πάνω στη βάση αρχών κι αξιών πού γεννήθηκαν στην Ελλάδα και συνέβαλαν ουσιωδώς στην ανάπτυξη τού σύγχρονου παγκόσμιου πολιτισμού.

Αφήστε μια απάντηση