• 8 Φεβρουαρίου 2015

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΕΩΝ

Τού κ. Γιάννου Γραμματίδη*

Η κρίση ανέδειξε τα χρόνια προβλήματα του παρόντος αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας, πού συνοψίζονται  κυρίως  στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, τη χαμηλή ένταση ανταγωνισμού στις αγορές σε συνδιασμό με την αναποτελεσματική λειτουργία του Δημόσιου Τομέα. Ανέδειξε επίσης και τις συνέπειες όλων αυτών, που είναι τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα ακόμα και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης, το υψηλό δημόσιο χρέος, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και το δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον.

Η διεθνής ανταγωνιστικότητα των εγχώρια παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών είναι χαμηλή, ενώ το ποσοστό των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ, ειδικά αν συγκριθεί μ’ αυτό των λοιπών μικρών οικονομιών, συμβάλλοντας έτσι στο μεγάλο άνοιγμα του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών

Παράλληλα, ο ανταγωνισμός στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών είναι ατελής και αντανακλάται στα σχετικά υψηλά ποσοστά κέρδους σε διάφορους κλάδους.

Η Ελληνική οικονομία χρειάζεται λοιπόν απαραιτήτως μιά νέα μορφή ανάπτυξης πού πρέπει να γίνει περισσότερο εξωστρεφής. Από την πλευρά της ζήτησης, πρέπει να στηρίζεται περισσότερο στις εξαγωγές ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών και λιγότερο στη κατανάλωση, διότι η Ελλάδα είναι μια μικρή οικονομία και η ανάπτυξη της εγχώριας ζήτησης δεν μπορεί να συνεχίζεται επί μακρόν.
Η παραγωγική μας δομή (βιομηχανία, βιοτεχνία, γεωργία, υπηρεσίες) κυριαρχείται από δραστηριότητες παραδοσιακής τεχνολογίας. Είμαστε εκτεθειμένοι στον ανταγωνισμό χωρών με χαμηλό εργατικό κόστος. Αυτό που ήταν παλαιότερα πλεονέκτημα, δεν είναι πλέον.  Έχουμε καθυστερήσει υπερβολικά στη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης, στην εφαρμογή νέων καινοτομιών και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών. Ακόμα δεν έχουμε αποδεχτεί τις αρχές της πράσινης και βιώσιμης ανάπτυξης.
Η Ελλάδα χρειάζεται λοιπόν μια ανασύνταξη των παραγωγικών της δυνάμεων ώστε τα επόμενα χρόνια να πετύχει υψηλότερη εσωτερική προστιθέμενη αξία για να διασφαλίσει την άνοδο της απασχόλησης και του βιοτικού επιπέδου, μεγαλύτερη διεθνή ανταγωνιστικότητα – δηλαδή να μετακινηθεί από προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας και ποιοτικού περιεχομένου σε προϊόντα μεσαίας/υψηλής τεχνολογίας και ποιότητας. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να συνδυάσει τα παραδοσιακά συγκριτικά της πλεονεκτήματα με τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας.
Είναι επίσης γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις αντί να επενδύουν, να καινοτομούν και να παράγουν ανταγωνιστικά προϊόντα, καταφεύγουν όλο και συχνότερα στην εμπορική κερδοσκοπία εις βάρος και του καταναλωτή και του παραγωγού.  Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική έλλειψη συντονισμού κράτους-παραγωγής σε κλάδους όπως π.χ. η αγροτική οικονομία, όπου η ευθυγράμμιση δράσεων και η βέλτιστη αξιοποίηση των κρατικών πόρων που επενδύονται είναι προϋπόθεση επιτυχίας. ‘Όλα αυτά έχουν οδηγήσει τον παραγωγικό ιστό σε μια τελματική κατάσταση.
Μεγάλη σημασία όμως έχει η αναδιάρθρωση κι αναδιάταξη ορισμένων «υποδομών» που τέμνουν τις παραγωγικές δυνάμεις (παιδεία, δεξιότητες και ευελιξία εργατικού δυναμικού, πράσινη ανάπτυξη κι ενέργεια,  ανταγωνιστικό μέγεθος, δίκτυα,  γεωγραφική κατανομή κλπ.).
Μόνη λύση και διέξοδος είναι η υιοθέτηση ενός πειστικού προγράμματος ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων και η συνεπής κι άμεση εφαρμογή του. Τί χρειάζεται; Μεταρρυθμίσεις οπως τό ανοιγμα τών κλειστών επαγγελμάτων όπου τό σχετικό όφελος μπορεί νά είναι ίσο περίπου μέ τό 1-2% τού ΑΕΠ μέ μόνιμο ετήσιο ρυθμό αύξησης 0,5%, απλοποίηση τής νομοθεςίας που μπορεί νά μειώςει τό κόςτος συμμόρφωςης στίς διοικητικές πράξεις κατά 3,5% τού ΑΕΠ, στήν εκπαίδευση η βελτίωση τής βαθμολογίας τών μαθητών στό πρόγραμμα PISA τού ΟΟΣΑ κατά 45 μονάδες συναρτάται μέ μόνιμη αύξηση τού κατά κεφαλήν ΑΕΠ κατά 1% ετησίως, η βελτίωςη τού ρυθμιςτικού πλαιςίου τών αγορών αγαθών και υπηρεςιων θά μπορούςε νά αυξήςει τό ΑΕΠ κατά 3,5% κ.α. Οφείλουμε όμως να εντάξουμε τις απαιτούμενες διαρθρωτικές και δομικές αλλαγές σ’ ένα πρόγραμμα ανόρθωσης της οικονομίας  δεκαετούς διάρκειας.  Οποιαδήποτε άλλη πρόβλεψη στερείται παντελώς ρεαλισμού και επιστημονικής βάσης.
Όλα όμως αυτά προϋποθέτουν όραμα, διάθεση και δουλειά για υλοποίησή του κι αλλαγή νοοτροπίας. Η παρούσα βαθειά οικονομική κρίση, λόγω των αδιεξόδων πού δημιουργεί, μπορεί να αποτελέσει την μεγάλη ευκαιρία στην πατρίδα μας. Αρκεί να το θελήσουμε.

*Ο Γιάννος Γραμματίδης ειναι Πρόεδρος τού Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικης & Δημόσιας Διακυβέρνησης τού Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου

Αφήστε μια απάντηση