• 8 Οκτωβρίου 2013

Ομιλία του κ. Γιάννου Γραμματίδη, Προέδρου του Ινστιτούτου Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας Διακυβέρνησης του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου, σέ εκδήλωση τού Ροταριανού Ομίλου Αθηνών στίς 8 Οκτωβρίου 2013 και ωρα 20.30 στήν  Αιγλη Ζαππείου.

 

Κύριε Πρόεδρε τού Ροταριανού Ομίλου Αθηνών, Κύριε Πρόεδρε τού Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου,  Κυρίες & Κύριοι,

Σάς ευχαριστώ γιά την πρόσκληση νά είμαι ομιλητής απόψε στόν ιστορικό αυτό Ομιλο πού εχει συμβάλλει ουσιαστικά στήν ελληνική κοινωνία, ιδιαίτερα μέσα από τήν δημιουργική διαφύλαξη τών παραδόσεων και τήν προώθηση τού διαλόγου πάνω στά μεγάλα θέματα πού απασχολούν, ή πρέπει αυτονόητα νά απασχολούν τούς πολίτες και τήν χώρα.  Ειναι τιμή μου νά είμαι ανάμεσα σας. Χαίρομαι δέ ιδιαίτερα που ειναι μαζί μας απόψε η γυναίκα μου Κλαίρη κι ο γιός μου Γιώργος που μόλις πέτυχε στίς εισαγωγικες του εξετάσεις γιά τη Νομικη Σχολή. Ο αδελφός μου Στρατής Γραμματίδης μέ τον γιό του Χρήστο, που δικηγορεί μαζί μας. Και φυσικά οι συνεταίροι μου στήν δικηγορική μας εταιρία, ο Δημήτρης Εμβαλωμένος και η γυναίκα του Μανουέλλα, ο Νάσος Φελώνης και ο Σπύρος Αλεξανδρής. Δηλαδή, παραφράζοντας την ρήση: “συν γυναιξί, τέκνοις και συνεταίροις”. Το συνηθίζουμε να ειμαστε ολοι μαζί, γιά να φαινόμαστε πολλοί.

Η παρουσία όλων μας στη σημερινή εκδήλωση τού Ροταριανού Ομίλου Αθηνών, αλλά και γενικότερα σε άλλες ανάλογες εκδηλώσεις, πού παρατηρώ οτι είναι πολλές τα τελευταία χρόνια, υπογραμμίζει την  ανησυχία μας γιά τό μέλλον τού τόπου. Ανησυχία πού επιτείνεται από τήν ραγδαία συρρίκνωση τής πραγματικής οικονομίας,  όπου χιλιάδες επιχειρήσεις κλείνουν κι αλλες τόσες προσπαθούν να επιβιώσουν μέσα σέ καθεστώς απόλυτης ελλειψης ρευστότητας στήν αγορά, τήν αύξηση τής ανεργίας και ιδιαίτερα τής ανεργίας τών νέων μας, τήν δραματική μείωση τού ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, τήν απαξίωση τής ιδιοκτησίας, το θηριωδες δημόσιο χρέος πού υποθηκεύει τό μέλλον των παιδιών μας και δημιουργεί ασφυξία στή λειτουργία τού κράτους αλλά καί τής οικονομίας, τήν εξάντληση τού πληθυσμού από τα βαρύτατα οικονομικά μέτρα πού του επιβάλλονται και, τέλος, από τή εμφάνιση ακραίων κοινωνικών συμπεριφορών πού μέ τή σειρά τους πλήττουν τήν κοινωνική συνοχή και υπονομεύουν κάθε προσπάθεια εξόδου από τήν κριση, κάθε προσπάθεια οργάνωσης μιάς νέας πορείας. Ανησυχίες ακόμα πού  δημιουργουνται από τήν καταγραφή τού αισθήματος ανασφάλειας τών πολιτών, έλλειψης αισιοδοξίας ακόμα καί γιά τό σήμερα, πολλώ δέ μάλλον γιά τό αυριο, δικαιολογημένης οργής γιά τήν αρρυθμη λειτουργία  στήν καλύτερη περίπτωση και τή μή λειτουργία στήν χειρότερη  τών θεσμών καί, τέλος, τήν ντροπή από τήν διεθνή αμφισβήτηση τής εθνικής μας αξιοπρέπειας.

Ειναι ακριβώς αυτή η ανησυχία που προκαλεί τό κύμα τής σύγχρονης μετανάστευσης και ιδιαίτερα τής μετανάστευσης τών νέων ανθρώπων. Μεταπολεμικά, αλλά και στήν εποχή τού Μεσοπολέμου, η μετανάστευση ηταν μαζική, περισσότερο ποσοτική παρά ποιοτική και αφορούσε κύρια τήν μετακίνηση εργατικού δυναμικού. Σήμερα συμβαίνει τό αντίθετο. Από τό 2009 και μετά παρατηρείται μιά ραγδαία “μετανάστευση εγκεφάλων”, αποφοίτων πανεπιστημίων και μέ μεταπτυχιακους τίτλους, γιά αναζήτηση ενός ασφαλούς μέλλοντος. Σύμφωνα μέ μετρήσεις τού Πανεπιστημίου Μακεδονίας, υπολογίζεται οτι μέχρι σήμερα 150.000 ελληνες επιστήμονες βρίσκονται ηδη στό εξωτερικό κι από αυτούς 60.000 στή Γερμανία. Βασικοί λόγοι τής μετανάστευσης αυτής ειναι η εξεύρεση εργασιας σέ ειδικότητες πού χαρακτηρίζονται ως κλάδοι έντασης γνώσης και τεχνολογίας πού δέν ευνοούνται από τό σημερινό αναπτυξιακό πρότυπο τής χώρας (γιά τό οποίο θα μιλήσουμε αργότερα), καλύτερες προοπτικές επαγγελματικής εξέλιξης, απόκτηση περισσότερων σύγχρονων γνώσεων σέ κάθε αντικείμενο, η αναξιοκρατία, τό “μέσο” και η πολιτική διαφθορά στήν Ελλάδα. Αυτή η μετανάστευση στερεί την χώρα από επιστημονικό δυναμικό πού σήμερα παρά ποτέ είναι ιδιαίτερα απαραίτητο γιά τήν ανασυγκρότησή της σέ ένα σύγχρονο κράτος και επιβραδύνει κάθε πορεία ανάπτυξης. Νομίζω όμως οτι το οδυνηρότερο από όλα ειναι η καταγραφή τής αμφισβήτησης τής προοπτικής τής χώρας που επεκτείνεται σέ όλη την κοινωνία και τό γεγονός οτι η φυγή αυτή αφήνει πίσω της ένα ποιοτικό κενό που αξιοποιείται “κατάλληλα από ακατάλληλους”. Σέ αυτη την ακατάλληλη αξιοποιηση συμβάλλει ασυνείδητα μιά μεγάλη μερίδα τών πολιτών μέ τήν αγανακτισμένη προσπάθειά της ειτε νά τιμωρήσει τό πολιτικό σύστημα ειτε νά τό προειδοποιήσει. Η ενστικτώδης όσο και αναρχη αυτή κοινωνική αντίδραση μπορεί, φοβάμαι, νά οδηγήσει σέ ακόμα μεγαλύτερες περιπέτειες τήν χώρα.

Συγχωρέστε με αν είπα λίγα δυστάρεστα, συγχωρέστε με κι αν είπα πολλά. Αυτό είναι όμως τό αδυσώπητο χαρακτηριστικό τής καταγραφής, πού επιβάλλει νά μήν αποστρέψουμε τό βλέμμα και τή σκέψη, αντίθετα πρέπει νά τήν δούμε κατάματα γιά νά συνειδητοποιήσουμε τήν ευθύνη μας τόσο γιά τίς πράξεις καί τίς παραλείψεις μας τών τελευταίων δεκαετιών, όσο και γιά τήν μελλοντικη μας πορεία. Όπως είπα πρίν από δύο χρόνια απευθυνόμενος στήν πολιτική ηγεσια, οφείλουμε νά δούμε τήν αλήθεια κατάματα, νά νοιώσουμε τήν οδύνη τής ανέχειας και να φθάσουμε μέ αυτογνωσία στήν διαπίστωση οτι δέν τής πρέπει τής Ελλάδας να είναι η χώρα τών συσσιτίων, τών ρακοσυλλεκτών και τών διαλυμένων οικογενειών. Η χώρα πού διώχνει τούς νέους της και μαζί μέ αυτούς πού διώχνει τό μέλλον της.

Υπάρχουν βέβαια και θετικές κοινωνικές καταγραφές. Σάν παράδειγμα θα αναφέρω οτι αρχίζει νά εμφανίζεται γιά πρώτη φορά η αναγνώριση των αρχών εκείνων πού θα πρέπει να διέπουν την κοινωνική μας συμπεριφορά. Με προβληματίζει έντονα ότι αυτή η αναγνώριση εμφανίζεται στην τρέχουσα συγκυρία, πού έχει στοιχεία εθνικής δοκιμασίας αφού χαρακτηρίζεται από οικονομικούς και κοινωνικούς κλυδωνισμούς. Γιατί αραγε σήμερα κι όχι εχθές; Τί μάς εμπόδιζε νά τό κάνουμε; Μού δίνεται έτσι η ευκαιρία μιας σύντομης αναδρομής μέχρι και σήμερα και μιας κριτικής παρατήρησης της κοινωνικής συμπεριφοράς πού ίσως ερμηνεύσει το γιατί μέχρι σήμερα σιωπήσαμε, ίσως αποκαλύψει και τήν ενδεχόμενη συνενοχή μας στό πώς φθάσαμε ως εδώ, αλλά και την διαφαινόμενη στροφή μας προς τις αρχές αυτές και κύρια εκείνες της ηθικής και της κοινωνικής υπευθυνότητας.

Είναι βαθειά μου πεποίθηση ότι η κοινωνική συμπεριφορά καθορίζεται από το οικονομικό μοντέλο πού επιλέγει να εφαρμόσει μια χώρα. Στην Ελλάδα κάναμε μια εύκολη επιλογή: κουρασμένοι από μια επίπονη κατοχική δοκιμασία αλλά κι από την επακολουθήσασα εμφύλια περιπέτεια πού ισοπέδωσαν τον οικονομικό και τον κοινωνικό ιστό της Ελλάδας, αναδείξαμε ένα πολιτικό σύστημα πού στήριξε την συντήρησή του αλλά και την αναπαραγωγή του σε ένα οικονομικό μοντέλο ανάπτυξης με κύρια χαρακτηριστικά του τό βαθύ κι αδιαφανές κράτος, στελεχωμένο με αμφίβολης αντικειμενικότητας διαδικασίες, δομημένο με τρόπο πού η ζωή και η εξέλιξη του ατόμου να εξαρτάται απόλυτα από αυτό κι από τις κατά καιρούς επιλογές πολιτικής του.

Αυτό επέβαλε και τήν κατεύθυνση όλων τών αξόνων τής οικονομίας, τής παιδείας, τής γεωργίας, του τουρισμού, τού πολιτισμού, τής ναυτιλίας, τής παραγωγής, τού εμπορίου, τών υπηρεσιών, τής εργασίας, τού χρηματοοικονομικού συστήματος, τής δικαιοσύνης. Θά αναφερθώ ιδιαίτερα στο στρεβλά δομημένο σύστημα παιδείας γιατί ειναι η παιδεία εκείνη πού είτε καταδικάζει ειτε αναδεικνύει έναν λαό. Οφείλω νά καταγράψω οτι τό σύστημα παιδείας δεν ακολούθησε τις σύγχρονες τάσεις, δεν ανέπτυξε την έρευνα και την κριτική σκέψη, δεν συνδέθηκε ποτέ ούτε μέ τήν κοινωνία ούτε με τις οικονομικές ανάγκες και την παραγωγική διαδικασία της χώρας. Δέν συνέβαλε στήν διαμόρφωση τής θετικής σκέψης, ουτε στή διαμόρφωση μιας συγχρονης νοοτροπίας, απαλλαγμένης από πλέγματα και από αναχρονιστικά χαρακτηριστικά. Έτσι, οπως και το ίδιο το κράτος, το σύστημα παιδείας δεν ανέδειξε τις κλασσικές ελληνικές αρχές της άμιλλας, της ηθικής και της υπευθυνότητας σαν βάσεις της εθνικής μας συνέχειας, δεν πρόβαλε την αριστεία, τα θετικά πρότυπα, το παράδειγμα. Δεν κατάφερε ακόμα να εξελίξει τις βασικές αυτές αρχές ώστε να στηρίζουν σύγχρονες κοινωνικές συμπεριφορές.

Η πραγματική οικονομία κατευθύνθηκε σε μια εσωστρεφή ανάπτυξη πού δεν αξιοποιούσε τις πραγματικές δυνατότητες των Ελλήνων αλλά και των προϊόντων της ελληνικής γης, τις δυνατότητες δηλαδή εκείνες πού κάποτε τους έκαναν κυρίαρχους παίκτες στο διεθνές εμπόριο. Αναπτύχθηκε, παράλληλα, μια επιχειρηματικότητα βασισμένη σε μια ένοχη  διευκόλυνση, σε μια συναλλαγή πού δημιουργούσε μια ιδιότυπη ισορροπία ανάμεσα στον κρατικό λειτουργό και στον πολίτη, μια εύθραυστη ισορροπία, θα έλεγα ένας ιστορικός συμβιβασμός. Η ιδιωτική πρωτοβουλία τελούσε υπό καθεστώς κηδεμονίας, μέσα από  απαγορεύσεις, λαβυρινθώδεις διαδικασίες και νομοθετικές ρυθμίσεις φτιαγμένες με τρόπο πού να εμποδίζεται κάθε αναπτυξιακή προσπάθεια και η επίλυση κάθε θέματος να εξαρτάται από την ύποπτη αυθεντία του δημόσιου λειτουργού. Αυτό δέν συνθλίβει τήν ιδιωτική πρωτοβουλία; Δέν περιορίζει τήν έκταση άσκησης των οικονομικών δικαιωμάτων τού πολίτη; Μέ θλίβει γιατί κανένας μέχρι σήμερα δέν ανέδειξε αυτή τήν καταφωρη παραβίαση θεμελιωδών διατάξεων τού Συντάγματος πού αφορούν στήν προστασια ατομικών δικαιωμάτων όπως εκείνα τής οικονομικής δραστηριότητας και τής προστασιας τού πολίτη από τον φυσικό του δικαστή. Αναφέρομαι βέβαια σε περιπτώσεις όπως τά κλειστά επαγγέλματα και οι καθυστερήσεις στήν απονομή τής δικαιοσύνης πού αγγίζουν ενίοτε τα ορια της αρνησιδικίας. Η παραβίαση αυτή αποτελεί εκτροπή. Στήν συνταγματική λοιπόν αυτή εκτροπή φοβούμαι οτι συντελέσαμε ολοι μας μέ τίς επιλογές μας, τίς πράξεις και τίς παραλείψεις μας. Σήμερα, μάλιστα, μιλάμε εύκολα γιά τήν αναθεώρηση τού Συντάγματος, πού αριθμός διατάξεών του πράγματι διευκόλυνε και διευκολύνει τήν ασυλία τού κράτους και τού πολιτικού συστήματος απέναντι στούς φυσικούς εντολείς του,  στούς πολίτες, χωρίς όμως πρώτα εμείς οι πολίτες, η κοινωνία, νά εχουμε a priori συμφωνήσει ενσυνείδητα στην τήρηση του.
Η πρόσφατη διεθνής οικονομική κρίση, πού προκάλεσε και την ελληνική οικονομική κρίση, ανέδειξε τα χρόνια προβλήματα αυτού του στρεβλού αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας, πού συνοψίζονται  κυρίως  στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, τη χαμηλή ένταση ανταγωνισμού στις αγορές, στην αναποτελεσματική λειτουργία του Δημόσιου Τομέα, το μη βιώσιμο ασφαλιστικό σύστημα πού καταρρέει από τις κακώς εννοούμενες κοινωνικές πολιτικές, το ανεπαρκές εκπαιδευτικό σύστημα, την ανάπτυξη συμπεριφορών τών πολιτών μέ αντικοινωνικά και σίγουρα αντι-οικονομικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. η φοροδιαφυγή, η εισφοροδιαφυγή, η συνενοχή στήν διαφθορά, αλλά και η ανεξέλεγκτη κατανάλωση. Ανέδειξε επίσης και τις συνέπειες των παραπάνω, που είναι τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα ακόμα και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης, το υψηλό δημόσιο χρέος, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και το δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον. Η διεθνής κρίση, αναδεικνύοντας και αποκαλύπτοντας τα προβλήματα αυτού του αναπτυξιακού προτύπου, έθεσε στην ουσία υπό αμφισβήτηση την ίδια την  βιωσιμότητα του. Κυρίες καί Κύριοι, η ελληνική κρίση ενυπάρχει στήν ουσια εδώ και δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια. Μέ τήν τεχνική τού όρου έννοια δέν συνιστούσε πτώχευση τής χώρας πού προϋποθέτει τήν παύση πληρωμών. Συνιστούσε όμως μιά επικίνδυνη οικονομική κατάσταση μέ ανισόρροπα οικονομικά μεγέθη πού ξέφευγαν από τά συνήθη και πού θά την έκαναν αργά ή γρήγορα δύσκολα διαχειρίσιμη. Στήν αγγλοσαξωνική τεχνική ορολογία αυτήν τήν κατάσταση θά την λέγαμε insolvency, στήν Ελλάδα δέν έχουμε ανάλογο όρο, αλλά δέν έχει εννοια η ονοματολογία, εννοια έχει η ουσία τού θέματος οτι λειτουργούσαμε σάν πολιτεία και σάν κοινωνία χρησιμοποιώντας ξύλινα πόδια και βαδιζοντας πάνω σέ κάρβουνα. Τό ξύλο κάποτε καίγεται.
Η διεθνής οικονομική κρίση εθεσε, όμως, τελικά επί τάπητος την ανάγκη της δημιουργίας ενός νέου αναπτυξιακού προτύπου βασισμένου στην εξωστρέφεια, σε ένα μικρότερο, ευέλικτο κι αποτελεσματικό κράτος, φιλικό στον πολίτη, όπου η παιδεία θα αναδεικνύει και θα προβάλλει, όπως και το ίδιο το κράτος και η ίδια η κοινωνία, την αριστεία, τα θετικά πρότυπα, τις κάλλιστες πρακτικές. Σε ένα κράτος με διαφανείς διαδικασίες πού θα ενθαρρύνει την υγειά οικονομική δραστηριότητα και θα δίνει δύναμη στους θεσμούς και στο κλασσικό σύστημα αξιών από το οποίο απομακρυνθήκαμε βάναυσα τις τελευταίες δεκαετίες.
Το νέο αναπτυξιακό πρότυπο της χώρας μας πού σταδιακά εισάγεται μέσα από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, προϋποθέτει συναίνεση, συνέχεια και συνέπεια. Απαιτείται πολιτική δέσμευση ότι οι δράσεις στις οποίες έχει καταλήξει η όποια κυβέρνηση μετά την απαραίτητη κοινωνική και πολιτική συναίνεση θα μπουν σε τροχιά  υλοποίησης. Απαιτείται, όμως, και η δέσμευση της κοινωνίας γιατί το πρόβλημα δεν είναι αμιγώς οικονομικό, έχει κοινωνικό περιεχόμενο και είναι πολιτικό ως προς την εφαρμογή του. Απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας κι αλλαγή της εθνικής μας πορείας.
Σήμερα παρατηρείται μια βαθειά κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς γενικότερα, στη πολιτική ειδικότερα, καθώς και στη δυνατότητα υλοποίησης των σοβαρών τομών που απαιτούνται προκειμένου να εισέλθει η χώρα σε μία νέα φάση οικονομικής ανάπτυξης μετά το πέρας της τρέχουσας, επώδυνης οικονομικής κρίσης πού υπό προϋποθέσεις θά επέλθει. Ενδεικτικά αναφέρω την υποβάθμιση της θέσης της χώρας στην παγκόσμια κατάταξη ως προς τους δείκτες διαφθοράς, σύμφωνα με την Διεθνή Διαφάνεια.
Είναι, συνεπώς, αναγκαία η αποκατάσταση τής εμπιστοσύνης σε βασικές αξίες της δημοκρατίας μας: στη δικαιοσύνη, στην εντιμότητα, στη διαφάνεια, στην αλληλεγγύη, στην ασφάλεια, στην αξιοκρατία, στη φερεγγυότητα. Γι’ αυτό το λόγο, μια νέα αναπτυξιακή τροχιά και πορεία δεν είναι απλώς και μόνο θέμα μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Είναι θέμα κοινωνικής συμμετοχής.
Η κοινωνική συμμετοχή ειναι όμως ένα δύσκολο ζητούμενο. Πώς μπορεί παραδείγματος χάριν η κοινωνία νά συμφιλιωθεί μέ τήν ιδέα οτι εκείνο τό σύστημα πού στήν ουσία προκάλεσε τήν κρίση, έρχεται σήμερα οχι μόνο να τήν διαχειρισθεί, αλλά καί νά βάλει τίς βάσεις γιά μιά νέα πορεία; Πώς ακόμα μπορεί να διαχειρισθεί τήν αναμφισβήτητη πραγματικότητα οτι ειναι οι τότε εκφραστές αυτού του συστήματος πού, έχοντας μόλις καταφύγει στούς διεθνείς δανειστές τής χώρας, χωρίς προετοιμαασία και σχέδιο, ανερυθρίαστα  και χωρίς δισταγμούς, προτίμησαν νά θυσιάσουν ακόμα και τήν στοιχειώδη ευημερία τών πολιτών στόν βωμό τής διατήρησης ανέγγιχτου τού κομματικού κρατικού μηχανισμού στόν οποίο όφειλαν τήν πολιτική τους ύπαρξη; Καί πώς ακόμα αντικειμενικά μιά τέτοια βαθειά κρίση  μέ στοιχεία εθνικής καταστροφής, μπορεί ή πρέπει νά αντιμετωπισθεί μέ ανασφαλείς κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες και περιωρισμένης έκτασης κομματικές συμμαχίες; Μιά εθνική κρίση μπορεί και πρέπει νά αντιμετωπισθεί μέ ευρύτατες κοινωνικές και πολιτικές συναινέσεις στά πλαίσια μιάς νέας εθνικής ατζέντας πού η σημερινή κυβέρνηση μπορεί να τήν ενθαρρύνει. Στά πλαίσια ενός εθνικού διαλόγου πού θά εστιάζει πρώτα και κύρια σέ όλα εκεινα πού μάς ενώνουν, πού μάς βρίσκουν σύμφωνους, πού δέν μπορούν νά αποτελούν πεδία πολιτικών αντιπαραθέσεων. Ισχυρίζομαι οτι η παιδεία, η απασχόληση, η υγεία, η κοινωνικη ασφάλιση, ο πολιτισμός και ο τουρισμός μπορεί νά είναι κομμάτια τού κοινού τόπου πού θα φιλοξενήσει έναν εθνικό διάλογο. Κι αν οι πολιτικοί σχηματισμοί τόν αρνηθούν γιά λόγους κομματικής οφέλειας και πρόκαιρης κομματικής αξιοποίησης, οχι μόνο θά επαληθεύσουν τίς ιστορικές τους ευθύνες, αλλά και θά έχουν χάσει και τήν τελευταία μεγάλη ευκαιρία νά ξαναφέρουν πίσω τήν αξιοπιστία στήν πολιτική και μαζί μ’ αυτήν τήν κοινωνική ευημερία καί τήν ελπίδα γιά ένα σύγχρονο κράτος, γιά μιά σύγχρονη οικονομία, γιά μιά νέα εθνική πορεία.
Πώς αντιδρά σέ όλα αυτά η κοινωνία τών πολιτών;
Μέ απίστευτη καρτερία και υπευθυνότητα. Οι πολίτες στή μεγάλη τους πλειοψηφία δέν ειναι στούς δρόμους, δέν τούς βλέπω νά βάλλουν κατά τού κράτους που εξ ανάγκης τούς πιέζει και δέν βιαιοπραγούν παρά τό γεγονός οτι συνθλίβονται από τήν πίεση πρωτόγνωρων βαρών πού τούς επιβάλλονται απο λανθασμένες επιλογές τού παρελθόντος. Δέν παρασύρονται από τόν συνδικαλιστικό πατερναλισμό και τα ακραία κομματικά συνθήματα, αντίθετα, φαίνονται νά έχουν αντιληφθεί τόν ρόλο πού ο κατευθυνόμενος συνδικαλιστικός πατερναλισμός  διαδραμάτισε στήν σύγχρονη ελληνική ιστορία και τόν έχουν τοποθετήσει στό περιθώριο τής κοινωνίας. Στό σημείο όμως αυτό οφείλω νά επισημάνω οτι ειναι ανάγκη οι εργαζόμενοι να αποκτήσουν έναν υγιή συνδικαλισμό, βασισμένο σέ σύγχρονες αντιλήψεις, πού να συμμετέχει με γνώση, σοβαρότητα κι ευθύνη σέ έναν νέο εθνικό διάλογο γιά τό μέλλον τής Ελλάδας και τήν ευημερία τών εργαζομένων πολιτών. Γιά πρώτη φορά η κοινωνία οργανώνεται δομικά μέσα από τήν δημιουργία δεξαμενών σκέψης, μέσα από τήν διαμόρφωση προτάσεων γιά σύγχρονες πολιτικές πού θα βοηθήσουν στό ξεπέρασμα τής κρίσης και στή θεμελίωση ενός σύγχρονου κράτους, ενός σύγχρονου οικονομικού προτύπου και, τέλος, μέσα από τήν κοινωνική δικτύωση πού διευκολύνεται από τήν σύγχρονη τεχνολογία, όπου διαμορφώνονται απόψεις κι ανταλλάσονται ιδέες για τά ζητήματα πού απασχολούν τόν τόπο. Οι Ροταριανοί Ομιλοι, τα σωματεία εθελοντικής και φιλανθρωπικής κοινωνικής συνειφοράς, η Εκκλησια, η τοπική αυτοδιοικηση, τά βήματα και τα φόρα συζήτησης, αποτελούν τίς σύγχρονες μορφές έκφρασης τής κοινωνίας  πού αντιδρά και ανησυχεί. Η κοινωνία ανασυγκροτείται γιά να σταθει στά πόδια της, οι πολίτες ξανασυνομιλούν μεταξύ τους συνθέτοντας τόν σύγχρονο λόγο. Όσο καταλαβαίνω τόν εαυτό μου, ομολογώ οτι δέν έχω παρατηρήσει  ποτέ μέχρι σήμερα ανάλογες συμπεριφορές, ανάλογη κοινωνική κινητικότητα, ανάλογη ομοιότητα κατεύθυνσης. Αυτή ειναι γιά μένα ημιά ακόμα μεγάλη αλλαγή πού προέκυψε από τήν τρέχουσα οικονομική κρίση.
Σάν κομμάτι τής κοινωνίας η επιχειρηματική κοινότητα της χώρας μας ανταποκρίνεται κι αυτή αποτελεσματικά σε αυτή τη νέα εθνική πρόκληση με πολλούς τρόπους, κύρια δε με τον επαναπροσδιορισμό των προγραμμάτων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης έτσι ώστε να ενισχύονται οι ασθενέστερες τάξεις του πληθυσμού πού κύρια πλήγηκαν από την οικονομική κρίση, να εκσυγχρονίζονται βασικές υποδομές για την υγιεινή διαβίωση προβληματικών περιφερειακών κοινοτήτων, να επιβραβεύονται νέες και καινοτόμες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες ιδιαίτερα νέων ανθρώπων, να ενισχύονται οι προσπάθειες για την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και, τέλος, να εμπεδώνεται στη συνείδηση των πολιτών η αρχή της αειφόρου ανάπτυξης πού εξ ορισμού και κατά κύριο λόγο βασίζεται στην μεγάλη στροφή προς τον άνθρωπο, στις κλασσικές μας αξίες και στον σεβασμό του περιβάλλοντος όπου ζούμε και κινούμαστε. Η επιχειρηματικότητα επιστρέφει πιά στήν κοινωνία ένα μεγάλο κομμάτι από τήν αξία πού δημιουργεί χάριν αυτής. Συζητούσα προχθές μέ έναν σημαντικό επιχειρηματία τής χώρας και τού ζητούσα να στηρίξει μιά σημαντική δράση τού επιμελητηρίου μας, γιά τήν οποία θα σάς μιλήσω στή συνέχεια. Μέ συγκίνησε οταν μού ειπε οτι θα μάς βοηθήσει παρά τό γεγονός οτι αυτήν τήν εποχή έχει στρέψει όλο του τό βάρος στή βοήθεια οικογενειών πού πεινάνε, ανθρώπων πού δέν έχουν στέγη και πού συνοστίζονται στήν καλύτερη περίπτωση σέ κοινωνικά συσσίτια και στήν χειρότερη σέ κάδους απορριμάτων τών δήμων. Αυτή ειναι η “ένοχη” επιχειρηματικότητα πού γιά δεκαετίες υπήρξε εύκολο και πρόχειρο επιχείρημα, ανάμεσα σέ πολλά άλλα, γιά τόν χωρισμό τών πολιτών σέ εμάς κι εκείνους, χάριν της εξυπηρέτησης άνομων πολιτικών συμφερόντων.
Έκφραση αυτής της μεγάλης στροφής αποτελεί και η πρωτοβουλία τού Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου νά συστήσει το Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής και Δημόσιας Διακυβέρνησης τού οποίου έχω τήν τιμή νά προεδρεύω. Ενα Ινστιτούτο αφιερωμένο στην προώθηση της αριστείας στην οικονομική πολιτική καί στη δημόσια διακυβέρνηση στην Ελλάδα. Πού επιδιώκει την ουσιαστική αλλαγή μέσα από νέες ιδέες και παραγωγικές λύσεις που σχετίζονται με την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη τής χώρας. Το Ινστιτούτο πιστεύει ότι τα βασικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνίας, στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα, πρέπει να χαρακτηρίζονται από υπευθυνότητα και ανάληψη ευθυνών, διαφάνεια, αξιοκρατία, κριτική σκέψη, συνεργασία και ειλικρινή διάλογο. Οι πιο επιφανείς επιχειρηματικές οργανώσεις, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια και προσωπικότητες της χώρας συμμετέχουν σε σαφή δομή στό έργο τού Ινστιτουτου. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντες θέλει να συμβάλλει εθελοντικα με την ατομικη του εμπειρια και με τον πιο δυναμικό τρόπο, έτσι ώστε η Ελλάδα να αξιοποιήσει το απεριόριστο δυναμικό της, να οδηγηθεί στην επιτυχία, που όλοι γνωρίζουμε ότι μπορεί να φθάσει και να προσφέρει ένα λαμπρό μέλλον για τα παιδιά μας. Κάθε ένας από τους συμμετέχοντε θέλει επισης να βοηθήσει τους πολιτικούς θεσμούς ώστε να διασφαλιστεί ότι η Ελλάδα θα εξέλθει από την κρίση και μάλιστα πιο ισχυρη, πιο παραγωγική και πιο ενωμένη.  Απώτερος στόχος μας είναι να εισαγαγουμε και να διευκολύνουμε εναν διαλογο πανω στις βασεις της εθνικης ατζέντας που σας προανέφερα, να στηρίξουμε την πολιτική δράση και να τήν μετατρέψουμε σε ειλικρινή πολιτική βούληση στην κατεύθυνση των απαιτουμένων μεταρρυθμίσεων, της αλλαγής και της ανάπτυξης. Να βοηθήσουμε ακόμα την κοινωνία να ενημερωθεί και να συμμετέχει στις διαδικασίες τής αλλαγής πού κύρια αυτην αφορούν.
Αυτές, Κυρίες και Κύριοι, είναι κατά τήν αποψή μου οι κοινωνικές επιπτωσεις τής οικονομικής κρίσης. Από τήν μιά μεριά η οικονομική ανέχεια κι από τήν άλλη ο κοινωνικός αυτοματισμός γιά τήν προστασία τής κοινωνικής συνοχής αλλά και γιά τήν μετάβαση σέ μιά νέα Ελλάδα. Οι Ελληνες πολίτες ήδη μεταφέρουν σε όλον τόν κόσμο το μήνυμα της τής ανάκτησης τής εθνικής μας αξιοπιστίας κι αξιοπρέπειας κι ακόμα τό μήνυμα τής σύγχρονης ανάταξης της ελληνικής κοινωνίας πάνω στη βάση αρχών κι αξιών πού γεννήθηκαν στην Ελλάδα και συνέβαλαν ουσιωδώς στην ανάπτυξη τού σύγχρονου παγκόσμιου πολιτισμού.

Αφήστε μια απάντηση