• 17 Απριλίου 2013

Η κρίση ανέδειξε τα χρόνια προβλήματα του παρόντος αναπτυξιακού προτύπου της Ελληνικής οικονομίας, πού συνοψίζονται  κυρίως  στη χαμηλή ανταγωνιστικότητα, τη χαμηλή ένταση ανταγωνισμού στις αγορές σε συνδιασμό με την αναποτελεσματική λειτουργία του Δημόσιου Τομέα. Ανέδειξε επίσης και τις συνέπειες όλων αυτών, που είναι τα συνεχή δημοσιονομικά ελλείμματα ακόμα και σε περιόδους υψηλής ανάπτυξης, το υψηλό δημόσιο χρέος, το υψηλό έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης και το δυσμενές επιχειρηματικό περιβάλλον.

Η διεθνής ανταγωνιστικότητα των εγχώρια παραγόμενων αγαθών και υπηρεσιών είναι χαμηλή, ενώ το ποσοστό των εξαγωγών αγαθών και υπηρεσιών στο ΑΕΠ είναι το χαμηλότερο στην ΕΕ, ειδικά αν συγκριθεί μ’ αυτό των λοιπών μικρών οικονομιών, συμβάλλοντας έτσι στο μεγάλο άνοιγμα του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών

Παράλληλα, ο ανταγωνισμός στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών είναι ατελής και αντανακλάται στα σχετικά υψηλά ποσοστά κέρδους σε διάφορους κλάδους.

Η Ελληνική οικονομία χρειάζεται λοιπόν απαραιτήτως ένα νέο αναπτυξιακό πρότυπο. Η ανάπτυξη πρέπει να γίνει περισσότερο εξωστρεφής. Από την πλευρά της ζήτησης, πρέπει να στηρίζεται περισσότερο στις εξαγωγές ανταγωνιστικών προϊόντων και υπηρεσιών και λιγότερο στη κατανάλωση, διότι η Ελλάδα είναι μια μικρή οικονομία και η ανάπτυξη της εγχώριας ζήτησης δεν μπορεί να συνεχίζεται επί μακρόν.
Η παραγωγική μας δομή (βιομηχανία, βιοτεχνία, γεωργία, υπηρεσίες) κυριαρχείται από δραστηριότητες παραδοσιακής τεχνολογίας. Είμαστε εκτεθειμένοι στον ανταγωνισμό χωρών με χαμηλό εργατικό κόστος. Αυτό που ήταν παλαιότερα πλεονέκτημα, δεν είναι πλέον.  Έχουμε καθυστερήσει υπερβολικά στη μετάβαση στην οικονομία της γνώσης, στην εφαρμογή νέων καινοτομιών και την εισαγωγή νέων τεχνολογιών. Ακόμα δεν έχουμε αποδεχτεί τις αρχές της πράσινης και βιώσιμης ανάπτυξης.

Η Ελλάδα χρειάζεται λοιπόν μια ανασύνταξη των παραγωγικών της δυνάμεων ώστε τα επόμενα χρόνια να πετύχει υψηλότερη εσωτερική προστιθέμενη αξία για να διασφαλίσει την άνοδο της απασχόλησης και του βιοτικού επιπέδου, μεγαλύτερη διεθνή ανταγωνιστικότητα – δηλαδή να μετακινηθεί από προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας και ποιοτικού περιεχομένου σε προϊόντα μεσαίας/υψηλής τεχνολογίας και ποιότητας. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να συνδυάσει τα παραδοσιακά συγκριτικά της πλεονεκτήματα με τα επιτεύγματα της σύγχρονης τεχνολογίας.

Είναι επίσης γεγονός ότι πολλές επιχειρήσεις αντί να επενδύουν, να καινοτομούν και να παράγουν ανταγωνιστικά προϊόντα, καταφεύγουν όλο και συχνότερα στην εμπορική κερδοσκοπία εις βάρος και του καταναλωτή και του παραγωγού.  Παράλληλα, παρατηρείται σημαντική έλλειψη συντονισμού κράτους-παραγωγής σε κλάδους όπως η αγροτική οικονομία, όπου η ευθυγράμμιση δράσεων και η βέλτιστη αξιοποίηση των κρατικών πόρων που επενδύονται είναι προϋπόθεση επιτυχίας. ‘Όλα αυτά έχουν οδηγήσει τον παραγωγικό ιστό σε μια τελματική κατάσταση.

Η Γεωργία έχει δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα έτσι ώστε γύρω από αυτήν θα πρέπει να γίνει η παραγωγική αναδιάταξη και ανάπτυξη με προϊόντα πού νά αποτελούν συνδυασμό (α) των ήδη υπαρχόντων συγκριτικών πλεονεκτημάτων σε παραδοσιακούς κλάδους της οικονομίας, όπως τα τρόφιμα με (β) τη ποιότητα και τη καινοτομία που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες, και κυρίως, η εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού σ’ αυτές. Επίσης, συγκριτικά πλεονεκτήματα εντοπίζονται σ’ ενδιάμεσα βιομηχανικά προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο ενδοκλαδικού διεθνούς εμπορίου, λόγω εξειδίκευσης και οικονομιών κλίμακας. Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες  που ενσωματώνουν τα νέα, δυναμικά συγκριτικά πλεονεκτήματα μπορεί, εντελώς ενδεικτικά, να περιλαμβάνουν αγροτικά προϊόντα υγιεινής διατροφής, προϊόντα βιολογικών καλλιεργειών, προϊόντα από ιχθυοκαλλιέργειες κ.α.

Μεγάλη σημασία όμως έχει η αναδιάρθρωση κι αναδιάταξη ορισμένων «υποδομών» που τέμνουν τις παραγωγικές δυνάμεις (παιδεία, δεξιότητες και ευελιξία εργατικού δυναμικού, πράσινη ανάπτυξη κι ενέργεια,  ανταγωνιστικό μέγεθος, δίκτυα,  γεωγραφική κατανομή κλπ.).
Μόνη λύση και διέξοδος είναι η υιοθέτηση ενός πειστικού προγράμματος μεταρρυθμίσεων και η συνεπής κι άμεση εφαρμογή του. Οφείλουμε να εντάξουμε τις απαιτούμενες διαρθρωτικές και δομικές αλλαγές σ’ ένα πρόγραμμα ανόρθωσης της οικονομίας  δεκαετούς διάρκειας.

Βασικός, λοιπόν, άξονας μεταρρύθμισης πρέπει να είναι η Γεωργία.
Ο αγροτικός τομέας αποτελεί έναν από τους βασικούς τομείς της Ελληνικής οικονομίας, με σημαντική συμβολή στην εγχώρια παραγωγή, υψηλότερη απ’ ότι στα περισσότερα κράτη-μέλη της ΕΕ. Η συνεισφορά του όμως στο ΑΕΠ της χώρας παρουσιάζει  τα τελευταία χρόνια ρυθμό μείωσης, πολύ υψηλότερο σε σύγκριση με την ΕΕ. Η αξία δε της παραγωγής προέρχεται κατά 74% από τη φυτική παραγωγή και κατά 26% από τη ζωική παραγωγή.
Τα γαλακτοκομικά προϊόντα (κυρίως φέτα) είναι ένα από τα βασικά εξαγώγιμα προϊόντα της χώρας μας τα οποία, όμως, ενώ κατά τη περίοδο 2000-2008 σημείωσαν ετήσιο ρυθμό αύξηση των εξαγωγών κατά 30% περίπου, σήμερα σημειώνουν μείωση.

Η αρνητική εξέλιξη της παραγωγής πολλών αγροτικών προϊόντων σημειώνεται παράλληλα με την πολύ υψηλή μέση ετήσια αύξηση των εισαγωγών τά τελευταία χρόνια. Για παράδειγμα, στην κατηγορία του ελαιολάδου σημειώνεται εντυπωσιακή αύξηση των εισαγωγών έναντι πτώσης των εξαγωγών, παρά την υψηλή και παγκοσμίως αναγνωρισμένη ποιότητα του Ελληνικού ελαιολάδου. Παρότι στον κλάδο λειτουργούν σήμερα ορισμένες μεγάλες επιχειρήσεις, η αναγκαία οργάνωση της παραγωγής και των εξαγωγών του τομέα αυτού δεν έχει ακόμη επιτευχθεί σε ικανοποιητικό βαθμό.

Συνολικά, το εμπορικό ισοζύγιο αγροτικών προϊόντων παρουσιάζει έλλειμμα που αυξάνεται με ταχύ ρυθμό. Επίσης, τα τελευταία έτη αυξάνεται με ταχύ ρυθμό και το εύρος των εισαγωγών αγροτικών προϊόντων, που περιλαμβάνουν τώρα και εισαγωγές προϊόντων που παράγονται ευρέως και στην Ελλάδα (π.χ. όσπρια, εσπεριδοειδή, πατάτες, τομάτες, φρούτα, κ.ά.). Είναι προφανές ότι τα ξένα προϊόντα έχουν αξιοποιήσει τις ευκαιρίες από την ταχεία αύξηση της εγχώριας ζήτησης, τη δημιουργία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς και της παγκοσμιοποιήσεως και έχουν διεισδύσει με επιτυχία στην Ελληνική αγορά, κάτι που δεν ισχύει για τα Ελληνικά προϊόντα, τα οποία χάνουν μερίδιο τόσο στην εγχώρια όσο και στις ξένες αγορές παρά την αναμφισβήτητη φυσική ποιότητά τους και την γενικότερη προτίμησή τους από τους καταναλωτές.

Η μεγάλη πτώση του μεριδίου του αγροτικού τομέα στην παραγωγή συνοδεύθηκε κι από την πτώση του μεριδίου του στην απασχόληση. Η σταδιακή απώλεια εισοδήματος των Ελλήνων αγροτών στη παραγωγή όμως υπεραντισταθμιζόταν μέχρι τώρα από την απολαβή αυξημένων επιδοτήσεων και άλλων παροχών από την ΕΕ και το Ελληνικό κράτος.

Η Κοινή Αγροτική Πολιτική της ΕΕ (ΚΑΠ) εστιάστηκε έως τα τέλη του 1980 στην οργάνωση των γεωργικών αγορών και στη στήριξη των τιμών γεωργικών προϊόντων. Από το 1993 και μετά, εξελίχθηκε σ’ ένα πιο γενικευμένο σύστημα άμεσων ενισχύσεων (π.χ. ανά στρέμμα) με στόχο την αμεσότερη στήριξη του γεωργικού εισοδήματος. Αυτό προκάλεσε σημαντικά προβλήματα, όπως ανισορροπίες μεταξύ προσφοράς και ζήτησης, ταχεία αύξηση των δαπανών της ΚΑΠ κι άνιση κατανομή ενισχύσεων, σ’ επίπεδο χωρών ή παραγωγών. Ως εκ τούτου, η ΚΑΠ αναθεωρήθηκε με σημαντικές επιπτώσεις για την Ελλάδα. Σύμφωνα με το νέο σύστημα ενισχύσεων, η καταβολή των επιδοτήσεων είναι αποσυνδεδεμένη από την παραγωγή. Δεν συνδέεται πλέον ούτε με το είδος της καλλιέργειας ούτε με την ποσότητα παραγωγής. Σκοποί της ΕΕ είναι πλέον ο εξορθολογισμός του αγροτικού τομέα, η καταπολέμηση της φτώχειας, η ενίσχυση της απασχόλησης, η ισότητα ευκαιριών και η ανταπόκριση στις απαιτήσεις για ποιοτικά  και ασφαλή για την υγεία προϊόντα. Συνέπεια των μεταβολών της ΚΑΠ, ήταν η μείωση των ελληνικών καλλιεργούμενων εκτάσεων για προϊόντα όπως ο καπνός και τα ζαχαρότευτλα.
Οι κυριότεροι λόγοι της αδυναμίας του αγροτικού τομέα για γεωργική και κτηνοτροφική παραγωγή είναι:

•    Το μικρό μέγεθος και η οικογενειακή μορφή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων

•    Η ηλικιακή διάρθρωση και το μορφωτικό επίπεδο των αγροτών

•    Ο χαμηλός ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας

•    Οι υπερβολικές επενδύσεις των αγροτών σε μηχανολογικό εξοπλισμό

Η έλλειψη επιχειρηματικότητας κι ο εθισμός των αγροτών και παραγωγών στις επιδοτήσεις και τις κρατικές ενισχύσεις προκάλεσαν:

•    Αδυναμία προσαρμογής των καλλιεργειών και αγκίστρωση σε «παραδοσιακά» προϊόντα

•    Αδυναμία προώθησης των προϊόντων στις αγορές

•    Αδυναμία οργάνωσης των παραγωγών

•    Αδυναμία αξιοποίησης των ανταγωνιστικών Ελληνικών προϊόντων με αύξηση της εγχώριας προστιθέμενης αξίας

•    Μη αξιοποίηση των συμβολαίων παραγωγής και των προσυμφωνημένων τιμών

Η ανάπτυξη του αγροτικού τομέα, του παραδοσιακού αλλά συνάμα και σημαντικού αυτού κλάδου της Ελληνικής οικονομίας, θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από:

•    Την ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και τον προσανατολισμό των αγροτών/παραγωγών, σε συντονισμό με στοχευμένες και συντονισμένες δράσεις με την Πολιτεία για μέσο/μακροπρόθεσμο σχεδιασμό και απαγκίστρωση από την στήριξη στις επιδοτήσεις και τις κρατικές ενισχύσεις που θα μειώνονται συνεχώς. Αυτό απαιτεί αλλαγή νοοτροπίας και απαλλαγή από κακές συνήθειες όπως π.χ. οι εικονικές συναλλαγές και η αδήλωτη εργασία πού γίνονται σε βάρος του κοινωνικού συνόλου και της οικονομίας και δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη υγιούς επιχειρηματικότητας. Ο Ελληνας αγρότης/παραγωγός, για να επιβιώσει και να αναπτυχθεί, πρέπει να πάρει την τύχη του στά χέρια του, να οργανωθεί ορθολογικά, να ανοίξει αγορές καταργώντας την γάγγραινα των μεσαζόντων πού η δράση τους επιδρά, ανάμεσα σε άλλα και στην αύξηση της τελικής τιμής των προιόντων καθιστώντας τα έτσι μη ανταγωνιστικά.

•    Την προσαρμογή των καλλιεργειών σε προϊόντα όπου υπάρχει διεθνής ζήτηση αλλά και καλύτερες τιμές λόγω καλύτερης ποιότητας (βιολογική καλλιέργεια, υγιεινή διατροφή χαμηλών λιπαρών κλπ)

•    Τη συντονισμένη προώθηση των προϊόντων στις στοχευμένες αγορές, την ενίσχυση της οργάνωσης των παραγωγών και του ελέγχου ποιότητας.   Ήδη υπάρχουν παραδείγματα Ελληνικών γεωργικών επιχειρήσεων και συνεταιρισμών που λειτουργούν με εξαιρετική επιτυχία

•    Τη διασύνδεση  της αγροτικής παραγωγής με την έρευνα και τις νέες τεχνολογίες

•    Τη συγκρότηση και λειτουργία «Ομάδων Παραγωγών» επιχειρηματικού τύπου, στα πρότυπα που στηρίζει η ΚΑΠ, με στόχο την  εκλογίκευση, ποσοτικά και ποιοτικά, της προσφοράς, την πραγματοποίηση συλλογικών επενδύσεων και την εφαρμογή συμφωνημένων – με τα μέλη και τους πελάτες τους – ποιοτικών και περιβαλλοντικών προτύπων. Με τον τρόπο αυτό θα συναλλάσσονται  με το εμπόριο και τη βιομηχανία ως αξιόπιστοι και διαπραγματευτικά ισχυροί εταίροι. Είναι πλέον φανερό ότι ο κύκλος της υφιστάμενης  εγχώριας αγροτοσυνεταιριστικής δομής έχει κλείσει οριστικά

Οι Έλληνες αγρότες έχουν το πλεονέκτημα της παραγωγής υψηλής ποιότητας προϊόντων, που προτιμούνται από τους καταναλωτές, καθώς και ένα φυσικό περιβάλλον που παρέχει μεγάλες δυνατότητες για παραγωγή ποικιλίας γεωργικών προϊόντων ποιότητας. Προαπαιτείται, όμως, καλύτερη οργάνωση σε επιχειρηματική βάση για καλύτερη ανταπόκριση στις μεταβαλλόμενες συνθήκες των διεθνών αγορών. Για να επιτευχθεί όμως καλύτερη οργάνωση θα πρέπει να προηγηθεί εκπαίδευση κι ενημέρωση των Ελλήνων αγροτών, αλλά και η είσοδος νέων αγροτών στον αγροτικό τομέα. Φορείς όπως η Αμερικανική Γεωργική Σχολή, η ΕΕΔΕ και άλλοι έχουν εκπονήσει και υλοποιούν τέτοια προγράμματα, ιδιαίτερα σχετικά με την νεανική αγροτοδιατροφική επιχειρηματικότητα. Παράλληλα, το Ινστιτούτο Οικονομικής Πολιτικής & Δημόσιας Διακυβέρνησης του Ελληνοαμερικανικού Εμπορικού Επιμελητηρίου (του οποίου έχω την τιμή να προεδρεύω) σε συνεργασία με το Κέντρο Εθελοντών Μάνατζερς Ελλάδας μελετούμε δράσεις ενημέρωσης των αγροτών μας ιδιαίτερα βασισμένες σε βέλτιστες πρακτικές πού εφαρμόζονται με επιτυχία σε άλλες χώρες όπως π.χ. το Ισραήλ και οι ΗΠΑ.

Αφησα τελευταία μια σημαντική επισήμανση: Ότι δηλαδή πρέπει η Ελλάδα, με το κλιματικό πλεονέκτημα πού διαθέτει, να συμβάλλει στην βελτίωση της αγροτικής παραγωγής και των διατροφικών συστημάτων πού από μόνα τους αποτελούν αναπόσπαστο εργαλείο για την επίτευξη του τελικού στόχου πού πρέπει να είναι η παγκόσμια εξασφάλιση επαρκούς και θρεπτικής διατροφής, έτσι ώστε όλοι οι λαοί κατά πάντα χρόνο να έχουν φυσική και οικονομική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτική τροφή πού να ικανοποιεί τις διατροφικές τους ανάγκες και προτιμήσεις για ενεργό και υγειά ζωή. Υπάρχουν παγκόσμια προγράμματα στήριξης δράσεων για αύξηση της αγροτικής παραγωγής πού μπορεί η Ελλάδα να επωφεληθεί. Μπορεί ακόμα να επωφεληθεί της ανάγκης πλούσιων αραβικών κρατών να επενδύσουν σε άλλες χώρες ώστε να εξασφαλίσουν αποθέματα υγιούς τροφής για τους λαούς τους. Αυτό απαιτεί συνεργασία του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα στην Ελλάδα έτσι ώστε να αποτελέσει έναν τέτοιο επενδυτικό προορισμό και να ανταγωνιστεί συστηματικά και αποτελεσματικά άλλες χώρες πού ήδη προσπαθούν να προσελκύσουν τέτοιες επενδυτικές πρωτοβουλίες.

Όλα όμως αυτά προϋποθέτουν όραμα, διάθεση και δουλειά για υλοποίησή του κι αλλαγή νοοτροπίας. Η παρούσα βαθειά οικονομική κρίση, λόγω των αδιεξόδων πού δημιουργεί, μπορεί να αποτελέσει την μεγάλη ευκαιρία του αγροτικού τομέα στην πατρίδα μας. Αρκεί να το θελήσουμε.

Αφήστε μια απάντηση